Αποστολή Βρυξέλλες
Τα καλά νέα για την Ελλάδα μέσα από τη διασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας, των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και της συνεχούς απομείωσης του χρέους, μεταφέρονται από πηγές από τις Βρυξέλλες. Καταγράφεται η επιτυχία - παρά τις προκλήσεις που απομένουν - στην υλοποίηση του Ταμείου Ανάπτυξης που χαρακτηρίζεται ως game changer για την ελληνική οικονομία λόγω της μεγάλης αναλογίας κονδυλίων που εισέρρευσαν και θα στηρίζουν εν μέρει το ΑΕΠ και το 2027 (μετά το τέλος του προγράμματος), αλλά και η μεγάλη πρόοδος σε διάφορα πεδία που θωρακίζουν την οικονομία σε μια πολύ δύσκολη παγκόσμια συγκυρία.
Ωστόσο, καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρώνεται, ξεδιπλώνεται ο οδικός χάρτης των βημάτων που πρέπει να γίνουν για να κλείσουν τα ανοιχτά μέτωπα. Τα εν λόγω βήματα, αναμένεται να ακουστούν και σήμερα (μέσα από τις ανακοινώσεις των εγγράφων του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου), αλλά και αποτυπώθηκαν στα πορίσματα που προηγήθηκαν για τις μεγάλες μακροοικονομικές ανισορροπίες και στις εαρινές εκτιμήσεις της Κομισιόν (που βλέπουν ανάπτυξη 1,8% φέτος και 1,6% το 2027 στην Ελλάδα).
Το πολύ κακό σενάριο
Ο ελέφαντας στο δωμάτιο ωστόσο που εν μέρει αποτυπώνεται στα επίσημα έγγραφα είναι το πολύ κακό σενάριο για την πορεία του πολέμου με επίκεντρο την έλλειψη καυσίμων και άλλων κρίσιμων πρώτων υλών, όπως είναι τα λιπάσματα και κατά συνέπεια την έκρηξη ακρίβειας που προκαλεί. Το όριο αντοχής των οικονομιών συνολικά της ΕΕ πλησιάζει: τοποθετείται κάπου στα μέσα του καλοκαιρού. Αν το χρονικό όριο αυτό ξεπερασθεί χωρίς ομαλοποίηση εκτιμάται πως οι πιέσεις θα ενταθούν με κλιμακούμενο ρυθμό.
Ήδη οι πρώτες φωνές για αλλαγή στάσης στο πεδίο των δημοσιονομικών κανόνων έχουν αρχίσει να ακούγονται: Για σχέδιο εξαίρεσης ενεργειακών δαπανών 0,3% του ΑΕΠ στο πρότυπο της ρήτρας διαφυγής αμυντικών δαπανών κάνει λόγο δημοσίευμα του Bloomberg. Ουσιαστικά, αν συνεχισθεί η κρίση, αρχίζουν να συζητούνται όλο και πιο πολύ, τα περιθώρια αλλαγή στάσης στην ΕΕ και προς κάποια (λελογισμένη λόγω χαμηλών δημοσιονομιών αντοχών) δημοσιονομική χαλάρωση αλλά και για (επίσης λελογισμένες) κινήσεις κοινής στήριξης της ΕΕ, πιθανόν από λεφτά που ήδη υπάρχουν.
Η ελληνική πραγματικότητα
Στην Ελλάδα ναι μεν τα αποθέματα καυσίμων είναι σε καλά επίπεδα και λόγος εξόδου στις αγορές δεν υπάρχει αν δεν ευνοούν οι συνθήκες, αλλά η ακρίβεια επιταχύνεται ταχύτατα, κατά 5% τον Μάιο με πολύ ταχύτερο ρυθμό από τον μέσο όρο της ΕΕ. Πηγές από τις Βρυξέλλες αναφέρουν πως ο πληθωρισμός είναι το μεγαλύτερο μέτωπο που αντιμετωπίζει η πραγματική οικονομία και στην Ελλάδα. Και τούτο γιατί ο πληθωρισμός τρέχει με ρυθμό πιο χηλό από τον μέσο όρο της ΕΕ (και χτυπά στην ανταγωνιστκότητα) αλλά και γιατί ροκανίζει και τα οφέλη από την άνοδο του ΑΕΠ.
Αλλά και ανεξάρτητα από την κρίση, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, με το τέλος του ΤΑΑ τίθενται επί τάπητος τα μέτωπα που έχουν μείνει ανοικτά και πρέπει να δρομολογηθούν. Στο επίκεντρο είναι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ που όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, παραμένει κατά 30% χαμηλότερο του κοινοτικού μέσου όρου, εν μέρει λόγω των προβλημάτων που άφησε πίσω της η δημοσιονομική κρίση, αλλά καθρεφτίζοντας παράλληλα και διαρθρωτικές αδυναμίες.
Επισημαίνουν ότι για να υπάρξει σύγκλιση πρέπει να επιταχυνθεί το ΑΕΠ, κάτι που απαιτεί από τη μία πλευρά περισσότερες επενδύσεις και μεγαλύτερη παραγωγικότητα, αλλά και από την άλλη πλευρά διασφάλιση της συγκράτησης των πληθωριστικών πιέσεων και άρα της ανταγωνιστικότητας κόστους. Ειδική έμφαση δίνουν στην αγορά εργασίας και στο επενδυτικό και εξαγωγικό «κενό».
Εκτιμούν επίσης πως επιπλέον προσπάθεια είναι αναγκαία για να αυξηθεί η παραγωγικότητα σε 4 άξονες:
• Στο επιχειρηματικό περιβάλλον με ρυθμιστικές αλλαγές που θα ενισχύουν τη διαφάνεια, την αύξηση της αποτελεσματικότητας της δικαιοσύνης, της δημόσιας διοίκησης και των συμβάσεων, αλλά και βελτίωση των ψηφιακών και φυσικών υποδομών
• Στην αναβάθμιση του τοπίου για τις επιχειρήσεις με παρεμβάσεις στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, φορολογικά κίνητρα, αλλά και κίνητρα για συγχωνεύσεις και εξαγορές.
• Στον ανταγωνισμό με άρση φραγμών εισόδου, μείωση της υψηλής συγκέντρωσης στην αγορά, και περιορισμό των κυβερνητικών παρεμβάσεων όταν υπάρχει αποτυχία της αγοράς.
• Στην έρευνα και καινοτομία με αύξηση των εταιρικών επιδόσεων, βελτίωση της διαχείρισης ης γνώσης και της εκπαίδευσης αλλά και με εισαγωγή νέων τεχνολογιών.



