Πληθωριστικό σοκ που αλλάζει άρδην την πορεία της οικονομίας και των τιμών στη χώρα μας, αποκαλύπτει η έρευνα Inflation Monitor (Μάιος 2026) την οποία δημοσίευσε σήμερα η Τράπεζα της Ελλάδος. Η έρευνα ενσωματώνει τις αρχικές τάσεις και τις προσδοκίες για τις επιπτώσεις μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο αποκαλύπτει ότι η Ελλάδα βρίσκεται πολύ πιο εκτεθειμένη από άλλες χώρες.
Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά, «ισχυρές παγκόσμιες πληθωριστικές πιέσεις συνεχίζονται, κυρίως μέσω των επίμονα αυξημένων τιμών ενεργειακών εμπορευμάτων που συνδέονται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή». Οι αγορές αναθεώρησαν ανοδικά τις προσδοκίες τους για τα επιτόκια, οι προσδοκίες επιχειρήσεων και νοικοκυριών επιδεινώθηκαν σε κάθε χρονικό ορίζοντα, και η ΕΚΤ αντιμετωπίζει πλέον προσδοκία τριών διαδοχικών αυξήσεων επιτοκίων.
Ειδικά για τη χώρα μας όμως, το πλήγμα είναι εντονότερο: Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός έφτασε στο 4,6% τον Απρίλιο, έναντι 3,0% στην ευρωζώνη, με τη ψαλίδα να διευρύνεται εκ νέου και τους Έλληνες καταναλωτές να «βλέπουν» πληθωρισμό 10% τον επόμενο χρόνο.
Στην Ελλάδα, «τόσο ο συνολικός όσο και ο δομικός πληθωρισμός παρέμειναν σε αυξημένα επίπεδα τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο 2026. Τον Μάρτιο και τον Απρίλιο ο συνολικός πληθωρισμός επιταχύνθηκε στο 3,4% και στο 4,6% αντίστοιχα, λόγω υψηλότερης ενεργειακής πληθωριστικής πίεσης, ενώ ο δομικός αποκλιμακώθηκε στο 2,7% τον Μάρτιο και αυξήθηκε στο 2,9% τον Απρίλιο». Ο εθνικός ΔΤΚ διαμορφώθηκε στο 5,4% τον Απρίλιο. Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι «τον Απρίλιο 2026 ο πληθωρισμός στην Ελλάδα εξακολουθεί να υπερβαίνει τον αντίστοιχο της ευρωζώνης, με διεύρυνση της ψαλίδας».
Προειδοποιητικά σήματα από επιχειρήσεις και καταναλωτές
Τα πρόδρομα στοιχεία της έκθεσης για την πορεία του πληθωρισμού στην ελληνική οικονομία είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικά. «Σύμφωνα με τον PMI Απριλίου, ο πληθωρισμός τιμών εισροών στη μεταποίηση αυξήθηκε με τον ταχύτερο ρυθμό από τον Ιούνιο 2022 λόγω αυξήσεων στις μεταφορές, τις πρώτες ύλες και το ενεργειακό κόστος εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Οι τιμές αυξήθηκαν στον μεγαλύτερο βαθμό των τελευταίων τρεισήμισι ετών, καθώς οι επιχειρήσεις επιχείρησαν να μετακυλίσουν τα αυξημένα κόστη στους πελάτες». Η έρευνα επιχειρήσεων Απριλίου «δείχνει υψηλότερες προσδοκίες τιμών πώλησης στη μεταποίηση, το λιανεμπόριο και τις κατασκευές, ενώ στις υπηρεσίες οι προσδοκίες υποχώρησαν οριακά σε μηνιαία βάση».
Οι επιχειρήσεις «βλέπουν» μόνιμη ακρίβεια
Σύμφωνα με την Έρευνα SAFE της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, «οι διάμεσες προσδοκίες πληθωρισμού 12 μηνών των επιχειρήσεων στην Ελλάδα αυξήθηκαν στο 3,3% στο Α΄ τρίμηνο 2026 από 2,9% στο Δ΄ τρίμηνο 2025, και στην ευρωζώνη στο 3% από 2,6% για την ίδια περίοδο. Οι προσδοκίες τριετίας αυξήθηκαν στην Ελλάδα στο 3,3% στο Α΄ τρίμηνο 2026 από 3% στο Δ΄ τρίμηνο 2025, ενώ στην ευρωζώνη παρέμειναν αμετάβλητες στο 3%. Οι διάμεσες προσδοκίες πενταετίας των επιχειρήσεων στην Ελλάδα αυξήθηκαν στο 3,3% στο Α΄ τρίμηνο 2026 από 3% στο προηγούμενο τρίμηνο, ενώ στην ευρωζώνη παρέμειναν αμετάβλητες στο 3%».
Οι καταναλωτές «βλέπουν» τον πληθωρισμό να έρχεται
Σύμφωνα με την Έρευνα Προσδοκιών Καταναλωτών (CES) της ΕΚΤ — διαφορετική από την SAFE που αφορά επιχειρήσεις — «τον Μάρτιο οι διάμεσες προσδοκίες για τον πληθωρισμό των επόμενων 12 μηνών αυξήθηκαν σημαντικά στην Ελλάδα στο 10% από 5,2% τον Φεβρουάριο και στην ευρωζώνη στο 4% από 2,5%. Οι διάμεσες προσδοκίες τριετίας αυξήθηκαν τον Μάρτιο στην Ελλάδα στο 7,4% από 5,1% τον προηγούμενο μήνα και στην ευρωζώνη στο 3% από 2,5%. Οι διάμεσες προσδοκίες πενταετίας παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες στην Ελλάδα και στην ευρωζώνη στο 5,1% και 2,4% αντίστοιχα».
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή η κύρια αιτία
Όλα ανάγονται στις εξελίξεις μετά την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, στις 28 Φεβρουαρίου. Ο Απρίλιος αποτέλεσε «τον δεύτερο συνεχόμενο μήνα κατά τον οποίο οι επιπτώσεις του πολέμου αντανακλάστηκαν στις εξελίξεις του πληθωρισμού, κυρίως μέσω των τιμών των ενεργειακών εμπορευμάτων». Οι τιμές αυτές, σύμφωνα με την έκθεση, «συνέχισαν να αυξάνονται απότομα τον τελευταίο μήνα εν μέσω αυξανόμενων ανησυχιών για διαταραχές προσφοράς και εντεινόμενες στρατιωτικές εντάσεις. Αν και οι τιμές μετριάστηκαν προσωρινά εν αναμονή διπλωματικής αποκλιμάκωσης, παρέμειναν αυξημένες και ευμετάβλητες, καθώς η επίμονη αβεβαιότητα εξακολουθεί να υποστηρίζει σημαντικό γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου».
Στην Ελλάδα, η ενεργειακή συνιστώσα εκτοξεύτηκε στο +21,6% τον Απρίλιο από -3,4% τον Φεβρουάριο, έναντι +10,9% στην ευρωζώνη. Οι επιμέρους κατηγορίες αποτυπώνουν το μέγεθος του σοκ: υγρά καύσιμα +53,2%, καύσιμα ατομικής μεταφοράς +19,3%, φυσικό αέριο +19,3%, ηλεκτρική ενέργεια +14,0%.
Οι αγορές αναθεωρούν - Τρεις αυξήσεις επιτοκίων στον ορίζοντα
Για τη νομισματική πολιτική, η ΤτΕ αναφέρει ότι «οι αγορές θεωρούν σχεδόν βέβαιη μία αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης στη συνεδρίαση του Ιουνίου, ακολουθούμενη από άλλες δύο αυξήσεις 25 bps έως το τέλος του 2026 και σταθεροποίηση σε αυτό το επίπεδο το 2027· η ΕΚΤ αναμένεται να ανεβάσει τα επιτόκιά της κατά 75 bps συνολικά έως το τέλος του 2026». Πρόκειται για ανοδική αναθεώρηση σε σχέση με τις δύο αυξήσεις που αναμένονταν μήνα πριν. Στις ΗΠΑ, «οι αγορές έχουν αποκλείσει πλέον μειώσεις επιτοκίων από τη Fed έως το τέλος του 2026 και βλέπουν πιθανή αύξηση το πρώτο εξάμηνο του 2027».
Τον τόνο της ανησυχίας εκφράζουν με σαφήνεια και οι ίδιοι οι κεντρικοί τραπεζίτες. Ο πρόεδρος της Bundesbank, Joachim Nagel, δήλωσε στην εφημερίδα Handelsblatt: «Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις υψηλές τιμές ενέργειας. Οι αυξήσεις επιτοκίων γίνονται ολοένα και πιο πιθανές εάν η πληθωριστική εικόνα δεν αλλάξει ριζικά. Δεν βρισκόμαστε πλέον στο βασικό σενάριο των προβλέψεων της ΕΚΤ και κινούμαστε προς το δυσμενές σενάριο [...] Μακροπρόθεσμα, είναι προς το συμφέρον όλων να είναι σαφές ότι εκπληρώνουμε σοβαρά τον στόχο μας για τον πληθωρισμό και διατηρούμε τον ρυθμό του κοντά στο 2% μεσοπρόθεσμα».
Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο Kevin Warsh δήλωσε ενώπιον της Επιτροπής Τραπεζικών Υποθέσεων της αμερικανικής Γερουσίας: «Αυτή είναι μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές για την αμερικανική οικονομία και, ειλικρινά, για τον ίδιο τον θεσμό, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 [...] Δεν έχουμε χρόνο για νέες μελέτες και στοχασμούς. Έχουμε ένα στενό παράθυρο για να επαναφέρουμε τον πληθωρισμό εκεί που πρέπει και να διασφαλίσουμε τη σταθερότητα τιμών. Αυτό που χρειάζεται η Fed είναι μεταρρύθμιση πλαισίων και επικοινωνίας», όπως τονίζει.