Προειδοποίηση ότι ο πόλεμος στο Ιράν ενέχει τον κίνδυνο για σοκ στις τιμές του πετρελαίου και των βασικών προϊόντων, οι οποίες θα μπορούσαν να διατηρήσουν τον πληθωρισμό άκαμπτο και να ωθήσουν τα επιτόκια υψηλότερα, απηύθυνε ο διευθύνων σύμβουλος της JP Morgan, Τζέιμι Ντάιμον, σε ετήσια επιστολή προς τους μετόχους αφού ο Ντόναλντ Τραμπ αύξησε την πίεση στην Τεχεράνη, απειλώντας με κόλαση την Τρίτη, εάν δεν ανοίξει ξανά τα Στενά του Ορμούζ.
Ο 70χρονος CEO, ο οποίος διευθύνει την JP Morgan, τη μεγαλύτερη τράπεζα των ΗΠΑ εδώ και δύο δεκαετίες, επεσήμανε παράλληλα ότι ο ιδιωτικός τομέας πιστώσεων «πιθανώς» δεν παρουσιάζει συστημικούς κινδύνους, παρά τις πρόσφατες κινήσεις των επενδυτών να αποσύρουν μαζικά τα κεφάλαιά τους εν μέσω ανησυχιών ότι οι εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη θα βλάψουν τους δανειολήπτες.
«Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε όλοι είναι σημαντικές», πρόσθεσε ο Ντάιμον, επικαλούμενος γεωπολιτικούς κινδύνους όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι ευρύτερες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και η ένταση με την Κίνα. «Τώρα, λόγω του πολέμου στο Ιράν, αντιμετωπίζουμε επιπλέον την πιθανότητα σημαντικών συνεχιζόμενων κρίσεων στις τιμές του πετρελαίου και των βασικών προϊόντων, μαζί με την αναμόρφωση των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού, με πιέσει στις τιμές και αυξημένο κόστος δανεισμού» συμπλήρωσε.
Ο ισχυρός τραπεζίτης διεμήνυσε ότι η οικονομία των ΗΠΑ συνέχισε να είναι ανθεκτική, με τους καταναλωτές να εξακολουθούν να ξοδεύουν, αν και με πιο ήπιους ρυθμούς, ενώ και οι επιχειρήσεις παραμένουν υγιείς. Ωστόσο, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου ότι η οικονομία είχε τονωθεί από προηγούμενα μέτρα στήριξης, ενώ οι αυξημένες δαπάνες παραμένουν κρίσιμη ανάγκη.
Ο χρόνος θα δείξει εάν ο πόλεμος στο Ιράν επιτύχει τους στόχους των ΗΠΑ, εκτίμησε, προσθέτοντας ότι η πυρηνική απειλή παραμένει ο μεγαλύτερος κίνδυνος από την Τεχεράνη. Οι ανησυχίες για τον πληθωρισμό που προκαλούνται από τον πόλεμο έχουν οδηγήσει τις αγορές να αποκλείσουν σε μεγάλο βαθμό μειώσεις επιτοκίων φέτος, ενώ ο S&P 500 έκλεισε το τρίμηνο με τη χειρότερη επίδοσή του από το 2022, έχοντας επιβαρυνθεί απότον πόλεμο και την επακόλουθη απότομη αύξηση των τιμών της ενέργειας.