Τα σενάρια για πετρέλαιο στα 150 ή ακόμη και στα 200 δολάρια το βαρέλι επιστρέφουν δυναμικά στο τραπέζι, καθώς η γεωπολιτική ένταση κλιμακώνεται και οι αγορές προεξοφλούν τα χειρότερα.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η προσοχή στρέφεται σχεδόν αυτόματα προς τα πάνω, δηλαδή στο πόσο ψηλά μπορούν να φτάσουν οι τιμές και λιγότερο συζητείται το αντίθετο, το εάν και πώς μπορεί αυτή η πορεία να ανακοπεί. Γιατί η προσφορά στενεύει λόγω των κινδύνων στη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, το ρίσκο αυξάνεται από τον πόλεμο και τις επιθέσεις σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές - όπως η πρόσφατη επίθεση στο κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars στο Ιράν - ενώ ο γεωπολιτικός κίνδυνος και η αβεβαιότητα λειτουργούν αθροιστικά, ασκώντας διαρκείς ανοδικές πιέσεις στις τιμές.
Ωστόσο, η ίδια η εμπειρία των αγορών δείχνει ότι ακόμη και οι πιο έντονες ενεργειακές κρίσεις δεν διαρκούν επ’ άπειρον. Όχι επειδή αποκαθίσταται γρήγορα η ισορροπία στην προσφορά, αλλά επειδή, σε κάποιο σημείο, οι ίδιες οι τιμές αρχίζουν να περιορίζουν τη ζήτηση. Εκεί ακριβώς ενεργοποιείται ένας λιγότερο ορατός αλλά καθοριστικός μηχανισμός της αγοράς: το λεγόμενο demand destruction, δηλαδή η καταστροφή της ζήτησης.
Η εκτόξευση των τιμών ενέργειας επανέρχεται έτσι στο επίκεντρο όχι μόνο ως πρόβλημα, αλλά και ως παράγοντας που μπορεί να αλλάξει την ίδια τη δυναμική της αγοράς. Με το Brent να κινείται πλέον στα επίπεδα των 109 δολαρίων το βαρέλι, οι πιέσεις μεταφέρονται άμεσα στους καταναλωτές. Στην Ελλάδα, η αμόλυβδη 95 οκτανίων έχει πατήσει τα 2 ευρώ το λίτρο σε ορισμένες περιοχές της χώρας, κάτι που συμβαίνει και με το diesel κίνησης, επιβεβαιώνοντας ότι η κρίση περνά ήδη στην πραγματική οικονομία.
Το demand destruction περιγράφει τη φάση κατά την οποία οι υψηλές τιμές ενέργειας οδηγούν σε πραγματική μείωση της κατανάλωσης. Δεν πρόκειται απλώς για περιορισμό δαπανών, αλλά για αλλαγή συμπεριφοράς: λιγότερες μετακινήσεις, πίεση στη βιομηχανική παραγωγή, αναπροσαρμογή των logistics και συνολικά χαμηλότερη ενεργειακή κατανάλωση.
Ιστορικά, το φαινόμενο αυτό έχει λειτουργήσει ως σημείο καμπής. Το 2008, όταν το πετρέλαιο άγγιξε τα 147 δολάρια, η ζήτηση υποχώρησε και οι τιμές κατέρρευσαν και έπεσαν στα 40 δολάρια. Αντίστοιχα, το 2022, η άνοδος πάνω από τα 120 δολάρια συνοδεύτηκε από επιβράδυνση της κατανάλωσης.
Σήμερα, η αγορά φαίνεται να πλησιάζει ξανά σε μια τέτοια ζώνη. Εκτιμήσεις δείχνουν ότι επίπεδα άνω των 100–110 δολαρίων στο Brent αποτελούν ζώνη πίεσης για τη ζήτηση, με τις πρώτες ενδείξεις κάμψης να εμφανίζονται σε βάθος μηνών, ενώ μια αύξηση 10% στα καύσιμα μπορεί να μειώσει την κατανάλωση κατά 1%-2% μέσα σε λίγους μήνες.
Η διαδικασία αυτή δεν είναι άμεση. Αρχικά, το κόστος απορροφάται. Στη συνέχεια όμως περνά στις συμπεριφορές: λιγότερα χιλιόμετρα, περιορισμός δρομολογίων, πίεση στις μεταφορές και επιβράδυνση σε ενεργοβόρους κλάδους.
Κάπου εκεί, η ίδια η αγορά αρχίζει να αυτοδιορθώνεται. Όχι επειδή αυξάνεται η προσφορά, αλλά επειδή περιορίζεται η ζήτηση. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο, το demand destruction παύει να είναι μόνο αποτέλεσμα της κρίσης και αρχίζει να λειτουργεί και ως τρόπος διαχείρισής της.
Η μείωση της ζήτησης ως «εργαλείο» εξισορρόπησης
Σε αυτή τη λογική κινείται και ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας, ο οποίος έχει καταθέσει μια δέσμη 10 άμεσων μέτρων εξοικονόμησης πετρελαίου, με εκτιμώμενη επίδραση έως και 2,7 εκατ. βαρέλια ημερησίως μέσα σε τέσσερις μήνες, δηλαδή περίπου 2%-3% της παγκόσμιας ζήτησης.
Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν:
- μείωση ορίων ταχύτητας κατά 10 χλμ./ώρα (εξοικονόμηση έως ~430 χιλ. βαρέλια/ημέρα),
- ενίσχυση τηλεργασίας έως 3 ημέρες την εβδομάδα,
- «Κυριακές χωρίς αυτοκίνητο» σε πόλεις,
- ενίσχυση δημόσιων συγκοινωνιών,
- εναλλασσόμενη κυκλοφορία (δακτύλιος),
- αύξηση car pooling,
- eco-driving,
- μετατόπιση από αεροπορικά σε σιδηροδρομικά ταξίδια όπου είναι εφικτό,
- περιορισμός επαγγελματικών ταξιδιών,
- επιτάχυνση χρήσης αποδοτικότερων και ηλεκτρικών οχημάτων.
Πρόκειται για παρεμβάσεις άμεσης εφαρμογής που στοχεύουν στη μείωση της κατανάλωσης χωρίς να απαιτείται βαθιά ύφεση.
Και εδώ επιστρέφει η βασική δυναμική της αγοράς: σε ένα περιβάλλον όπου η προσφορά παραμένει εύθραυστη, ακόμη και μια μείωση της ζήτησης κατά 2%-3% μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για σταθεροποίηση ή και αποκλιμάκωση των τιμών.
Με άλλα λόγια, το demand destruction δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα μιας κρίσης. Είναι και ο μηχανισμός μέσω του οποίου αυτή τελικά εκτονώνεται, συχνά προτού η αγορά βρει ισορροπία από την πλευρά της προσφοράς.