Την πρώτη εκτίμηση της κατάστασης που διαμορφώνεται μετά την έναρξη των εχθροπραξιών στον Περσικό Κόλπο θα κάνουν οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης, οι οποίοι συνεδριάζουν τη Δευτέρα το απόγευμα στις Βρυξέλλες. Οι συζητήσεις θα συνεχιστούν στο Συμβούλιο Ecofin, που συνεδριάζει την Τρίτη.
Αν και το θέμα της κρίσης στη Μέση Ανατολή δεν βρίσκεται επισήμως στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίασης, οι υπουργοί Οικονομικών σε όλες τις χώρες της ΕΕ βλέπουν τους προϋπολογισμούς των κρατών τους να κινούνται «στο κόκκινο», καθώς οι εξελίξεις απειλούν να ανατρέψουν τις προβλέψεις και τις παραδοχές στις οποίες έχουν βασιστεί κατά την κατάρτισή τους.
Ωστόσο, στην ατζέντα του Eurogroup έχει τεθεί και είναι προγραμματισμένο να εξεταστεί το ζήτημα της αντιμετώπισης του κόστους ενέργειας, το οποίο –εκ των πραγμάτων– αναβαθμίζεται σε πρώτη προτεραιότητα λόγω των πολεμικών επιχειρήσεων. Οι υπουργοί Οικονομικών καλούνται, παράλληλα, να προετοιμάσουν τη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 19 Μαρτίου, οπότε οι ηγέτες των κρατών της ΕΕ θα καθορίσουν τη συνολική στάση της Ευρώπης απέναντι στις εξελίξεις.
Στη φάση αυτή, πάντως, κυριαρχεί η αβεβαιότητα και στα non paper που ήδη ανταλλάσσουν οι επιτελείς κυριαρχεί η λέξη "volatility" καθώς τα πάντα μεταβάλλονται από τη μια στιγμή στην άλλη, από την άνοδο σε πτώση από την ελπίδα σε φόβο. Τον «τόνο» των συζητήσεων στο Eurogroup δίνουν πλέον τα διεθνή χρηματιστήρια στα οποία, από το άνοιγμά τους, αποτυπώνονται συνεχώς οι τάσεις και οι οικονομικές επιπτώσεις από τα γεγονότα στο πεδίο των μαχών.
Ήδη, πριν κλείσουν οι αγορές την περασμένη Παρασκευή, οι διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου κατέγραφαν έντονη νευρικότητα, με ημερήσια αύξηση άνω του 6%. Με το Brent να έχει «πατήσει» πλέον στα 90 δολάρια το βαρέλι, οι εξελίξεις οδηγούν όλο και πιο κοντά στο «όριο συναγερμού» των 100 δολαρίων, πέρα από τα όρια δηλαδή που έχουν τεθεί ακόμη και στο πιο ακραίο δυσμενές σενάριο του κρατικού προϋπολογισμού.
Πέρα, όμως, από το κόστος καυσίμων και ενέργειας, η κατάσταση εγκυμονεί κινδύνους και για το διεθνές εμπόριο, οδηγώντας σε αύξηση των ναύλων, αλλά ακόμα και στον πρωτογενή τομέα (αγροτική παραγωγή και κτηνοτροφία). Από την περιοχή των στενών του Ορμούζ διακινούνται λιπάσματα και αγροτικά εφόδια που ενδέχεται να επηρεάσουν καθοριστικά το κόστος παραγωγής και τροφίμων από τον Απρίλιο και μετά.
Ήδη, τα στοιχεία της Eurostat για τον πληθωρισμό έδειχναν ότι τον Φεβρουάριο οι τιμές καταναλωτή για τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα στη χώρα μας είχαν εκτιναχθεί, σημειώνοντας αύξηση 11,8% σε σύγκριση με ένα χρόνο πριν. Συνεπώς, ένα νέο κύμα αυξήσεων πάνω στις ήδη υψηλές τιμές μπορεί να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις, σφίγγοντας και άλλο τη «θηλιά» για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ειδικά αν η εξέλιξη αυτή φρενάρει -ή αντιστρέψει- τα σχέδια για μείωση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.