Σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς αγορές ενέργειας παραμένουν ευάλωτες σε γεωπολιτικούς κραδασμούς και πολιτικές αποφάσεις, το πετρέλαιο της Βενεζουέλας επανέρχεται σταδιακά στο επίκεντρο του αμερικανικού ενδιαφέροντος. Όχι λόγω άμεσης ανάκαμψης της παραγωγής της χώρας, αλλά εξαιτίας του στρατηγικού βάρους των αποθεμάτων της και του ρόλου που μπορούν να διαδραματίσουν στη διαμόρφωση του κόστους καυσίμων και στη λειτουργία της αμερικανικής βιομηχανίας διύλισης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά την ισχυρή εγχώρια παραγωγή, παραμένουν μεγάλος εισαγωγέας αργού πετρελαίου, καθώς τα διυλιστήριά τους είναι δομικά προσανατολισμένα στη χρήση μιγμάτων διαφορετικών ποιοτήτων. Σε αυτό το πλαίσιο, το βαρύ αργό της Βενεζουέλας αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορεί να συνδυαστεί με ποιότητες από ελαφρύ αργό και να συμπιέσει το κόστος παραγωγής καυσίμων για τη βιομηχανία και τους καταναλωτές στις ΗΠΑ.
Παρά το γεγονός ότι η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα βεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως, ο πετρελαϊκός της τομέας βρίσκεται σε παρατεταμένη κρίση, με παραγωγή σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και συσσωρευμένες επενδυτικές ανάγκες. Υπό αυτές τις συνθήκες, η σχέση ΗΠΑ–Βενεζουέλας στον τομέα της ενέργειας δεν συνδέεται τόσο με άμεση αύξηση της προσφοράς, όσο με τη στρατηγική αξιοποίηση των διαθέσιμων ροών προς όφελος της αμερικανικής βιομηχανίας καυσίμων.
Από το άνοιγμα του κλάδου στην εθνικοποίηση
Σύμφωνα με ανάλυση του Γραφείου Οικονομικών & Εμπορικών Υποθέσεων της Πρεσβεία της Ελλάδος στην Ουάσιγκτον, η παρουσία των αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών στη Βενεζουέλα διαμορφώθηκε μέσα από διαδοχικές πολιτικές αποφάσεις. Τη δεκαετία του 1990, στο πλαίσιο της πολιτικής «Apertura Petrolera», η χώρα άνοιξε τον πετρελαϊκό της τομέα σε ξένες επενδύσεις, με στόχο την ανάπτυξη της ζώνης του Orinoco. ExxonMobil, ConocoPhillips και Chevron επένδυσαν δισεκατομμύρια δολάρια σε εγκαταστάσεις που μετέτρεπαν το εξαιρετικά βαρύ αργό της Βενεζουέλας σε εξαγώγιμο προϊόν, λειτουργώντας με ευέλικτα συμβατικά σχήματα και χαμηλότερα δικαιώματα.
Η τομή ήρθε το 2007, όταν η κυβέρνηση του Hugo Chávez προχώρησε στην εθνικοποίηση του κλάδου, επιβάλλοντας τη μετατροπή όλων των ξένων έργων σε κοινοπραξίες με υποχρεωτική συμμετοχή της κρατικής PDVSA τουλάχιστον κατά 60%. Η Chevron αποδέχθηκε τους νέους όρους και παρέμεινε ως μειοψηφικός εταίρος. Αντίθετα, οι ExxonMobil και ConocoPhillips αρνήθηκαν να υπογράψουν, με αποτέλεσμα την κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχείων και την αποχώρησή τους από τη χώρα.
Κυρώσεις, εμπάργκο και πλήρης ναυτικός αποκλεισμός
Από το 2017 και μετά, οι σχέσεις ΗΠΑ–Βενεζουέλας επιβαρύνθηκαν περαιτέρω μέσω ενός σταδιακού πλαισίου κυρώσεων. Αρχικά, απαγορεύθηκε η πρόσβαση της PDVSA στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Τον Ιανουάριο του 2019 επιβλήθηκαν κυρώσεις που ισοδυναμούσαν με πετρελαϊκό εμπάργκο, παγώνοντας περιουσιακά στοιχεία ύψους 7 δισ. δολαρίων και διακόπτοντας ουσιαστικά τις πληρωμές για εξαγωγές προς τις ΗΠΑ.
Τον Απρίλιο του 2019 τέθηκε σε ισχύ πλήρες εμπάργκο σε όλες τις συναλλαγές με την PDVSA, με απειλή δευτερογενών κυρώσεων. Παρά την προσωρινή άρση μέρους των κυρώσεων τον Οκτώβριο του 2023, αυτές επανήλθαν τον Απρίλιο του 2024. Στις 16 Δεκεμβρίου 2025, επιβλήθηκε «πλήρης ναυτικός αποκλεισμός» σε δεξαμενόπλοια που υπόκεινται σε κυρώσεις, απαγορεύοντας τον ελλιμενισμό τους στη Βενεζουέλα.
Διαιτησίες δισεκατομμυρίων και ανοικτές αξιώσεις
Μετά τις κατασχέσεις του 2007, οι ExxonMobil και ConocoPhillips προσέφυγαν σε διεθνή διαιτησία. Το διαιτητικό δικαστήριο του ICSID επιδίκασε αποζημιώσεις ύψους 10–12 δισ. δολαρίων στην ConocoPhillips και 1,65–2 δισ. δολαρίων στην ExxonMobil, ποσά από τα οποία έχει καταβληθεί μόνο μέρος.
Η Chevron ως μοναδικός ενεργός αμερικανικός παίκτης
Η Chevron αποτελεί τη μόνη μεγάλη αμερικανική πετρελαϊκή εταιρεία με ενεργές δραστηριότητες στη Βενεζουέλα. Η παρουσία της βασίζεται σε ειδική άδεια του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, που της επιτρέπει περιορισμένη παραγωγή και είσπραξη χρέους από την PDVSA μέσω μηχανισμού ανταλλαγής «χρέους με πετρέλαιο».
Το 2025, η συνολική παραγωγή μέσω των κοινοπραξιών στις οποίες συμμετέχει ανήλθε σε 250.000–300.000 βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 20–30% της συνολικής παραγωγής της Βενεζουέλας. Οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ κυμάνθηκαν μεταξύ 120.000 και 200.000 βαρελιών ημερησίως βαρέος αργού, κατευθυνόμενες κυρίως προς διυλιστήρια της ζώνης του Κόλπου του Μεξικού.
Τα αποθέματα που καθορίζουν τις ισορροπίες
Το 2020, η Βενεζουέλα κατείχε το 18% των παγκόσμιων βεβαιωμένων αποθεμάτων πετρελαίου, με 41,4 δισ. τόνους. Ακολουθούσαν η Σαουδική Αραβία με 17%, ο Καναδάς με 10%, το Ιράν με 9% και το Ιράκ με 8%, ενώ οι ΗΠΑ κατατάσσονταν στην 9η θέση με 4%.
Η σημασία αυτών των αποθεμάτων για τις ΗΠΑ είναι κρίσιμη, καθώς η χώρα παραμένει μεγάλος εισαγωγέας αργού πετρελαίου για την τροφοδοσία των διυλιστηρίων της.
Κατάρρευση εισαγωγών και απουσία από τις διεθνείς ροές
Οι εισαγωγές αργού και πετρελαϊκών προϊόντων από τη Βενεζουέλα στις ΗΠΑ ακολούθησαν σταθερή πτωτική πορεία από το 1993 έως το 2025, μηδενιζόμενες πλήρως την περίοδο 2020–2022. Το 2025, στο διάστημα Ιανουαρίου–Οκτωβρίου, ανήλθαν σε μόλις 44.311 βαρέλια, με εκτίμηση περίπου 51.000 βαρελιών για το σύνολο του έτους - το χαμηλότερο επίπεδο από το 1993.
Από το 2024 και μετά, η Βενεζουέλα δεν εμφανίζεται πλέον στους διεθνείς πίνακες αξιόπιστων στοιχείων εξαγωγών και εισαγωγών αργού πετρελαίου.
Το όφελος για τη βιομηχανία των ΗΠΑ
Σύμφωνα με την ανάλυση, οι ΗΠΑ επιδιώκουν βραχυπρόθεσμα την κατεύθυνση του βαρέος αργού της Βενεζουέλας προς τα διυλιστήριά τους, ώστε να συνδυάζεται με ελαφρύτερες ποιότητες και να επιτυγχάνεται συμπίεση του κόστους παραγωγής καυσίμων. Η διαφοροποίηση των πηγών βαρέος αργού θεωρείται κρίσιμη για τη λειτουργία των αμερικανικών διυλιστηρίων, ιδίως σε μια περίοδο αυξημένων διεθνών αβεβαιοτήτων.
Η ενίσχυση αυτών των ροών εκτιμάται ότι θα μπορούσε να στηρίξει τόσο την ανταγωνιστικότητα της αμερικανικής βιομηχανίας καυσίμων όσο και τον στόχο για χαμηλότερο κόστος ενέργειας στις ΗΠΑ. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι η διατήρηση χαμηλών τιμών ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τις επενδύσεις τόσο των αμερικανικών εταιρειών όσο και την ανασυγκρότηση του ίδιου του πετρελαϊκού τομέα της Βενεζουέλας.