Τον φούρνο της γειτονιάς συνεχίζουν να εμπιστεύονται οι Έλληνες καταναλωτές καθώς η χώρα μας είναι πρώτη στην Ευρώπη στην αναλογία αρτοποιείων ανά κάτοικο, με 8,4 ανά 10.000 κατοίκους.

Όπως προκύπτει από έρευνα της εταιρεία RASS, για λογαριασμό της Ομοσπονδίας Αρτοποιών Ελλάδος και της ΓΣΕΒΕΕ, σε Ελλάδα, Γαλλία, Πολωνία, Ιταλία, Πορτογαλία, Κύπρο και Βέλγιο παρατηρούνται ποσοστά υψηλότερα του ευρωπαϊκού όρου στη συγκεριμένη αναλογία. Αντίστοιχα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εκτιμάται ότι το ποσοστό των βιομηχανικών αρτοποιείων ανέρχεται σε 45% έναντι 55% των βιοτεχνικών αρτοποιείων, δηλαδή των παραδοσιακών φούρνων.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Αρτοποιών Ελλάδος, Μιχάλης Μούσιος σημειώνει στο insider.gr ότι ο κλάδος άντεξε στην κρίση, δεν καταγράφηκαν πολλά «λουκέτα» και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι οι φούρνοι εκσυγχρονίστηκαν εγκαίρως και όσον αφορά στην ποιότητα αλλά και τις ποικιλίες των προϊόντων που διαθέτουν ενώ προσαρμόστηκαν και στις νέες ανάγκες των καταναλωτών.  

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η βιοτεχνική αρτοποιία παραμένει ανθεκτική στην απελευθέρωση του «bake-off» καθώς η πλειονότητα των καταναλωτών εξακολουθεί να προμηθεύεται ψωμί από τον φούρνο της γειτονιάς, ενώ οι απώλειες σε τζίρους για τα αρτοποιεία εκτιμάται ότι προέρχονται κυρίως από τη μείωση της ζήτησης των άλλων προϊόντων τους, όπως για παράδειγμα τα γλυκά.

Ο κ. Μούσιος τονίζει πάντως ότι αντίστοιχη έρευνα για την περίοδο 2015-2017 δείχνει απώλειες 10% στα έσοδα λόγω bake-off ενώ κάνει λόγο για «υποκλοπή της φήμης και της πελατείας των φούρνων».

Αξίζει να σημειωθεί πως την τελευταία δεκαετία, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έρευνα του ΙΕΛΚΑ, στην ελληνική αγορά, τη μεγαλύτερη ανάπτυξη δικτύων είχαν τα αρτοποιεία, με αύξηση 25% και ακολούθησαν τα σούπερ μάρκετ με 17,5%.

Επισημαίνεται  παράλληλα πως σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς «έχουν κλείσει πολλά καταστήματα ένδυσης και έχουν αντικατασταθεί από εστιατόρια και φούρνους».

Ο τζίρος ετησίως υπολογίζεται πάνω από ένα δισ. ευρώ και αφορά στις ετήσιες πωλήσεις ψωμιού – αρτοποιημάτων στην Ελλάδα. Παράλληλα ο κλάδος επιδιώκει να κερδίσει κομμάτι από την πίτα του κλάδου της μαζικής εστίασης, που υπολογίζεται στα 3 δισ. ευρώ.

Η παρασκευή ψημένων προϊόντων, που περιλαμβάνει προϊόντα όπως ψωμί, μπισκότα, δημητριακά και αρτοσκευάσματα, είναι ο μεγαλύτερος κλάδος της ελληνικής βιομηχανίας επεξεργασίας τροφίμων, που αντιπροσωπεύει το 32,8%. Περίπου το 63,5% των εταιρειών του τομέα, ή περίπου 9.700 επιχειρήσεις, είναι κατηγοριοποιημένα ως παραγωγοί ψημένων προϊόντων.

Το δεύτερο πιο φθηνό ψωμί στην Ευρωζώνη

Η Ελλάδα διαθέτει τη δεύτερη χαμηλότερη τιμή στο ψωμί ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης.

Με βάση την έρευνα, το ψωμί στη χώρα μας πωλείται προς 0,87 ευρώ το μισό κιλό και είναι ακριβότερο σε σύγκριση μόνο με την Εσθονία, όπου διατίθεται προς 0,83 ευρώ. Σημειώνεται πως  ο μέσος όρος τιμής στη ζώνη του ευρώ είναι 1,36 ευρώ ανά 500 γραμμάρια και η υψηλότερη τιμή εντοπίζεται στο Λουξεμβούργο όπου πωλείται 2,30 ευρώ το μισό κιλό.

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

Το προφίλ του Έλληνα καταναλωτή

Ένα στα τρία νοικοκυριά (30,1%) αγοράζει ψωμί καθημερινά ενώ τουλάχιστον ένα στα δύο νοικοκυριά μπορεί να θεωρηθεί πως καταναλώνει ψωμί συστηματικά, σύμφωνα με την έρευνα.

Καταναλωτές με υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης και οικονομική άνεση αγοράζουν ψωμί λιγότερο συχνά, ενώ εκείνοι που θεωρούν το ψωμί βασικό στοιχείο μιας υγιεινής διατροφής καταναλώνουν περισσότερο.

Το χωριάτικο και το σταρένιο ψωμί βρίσκονται στην κορυφή των επιλογών  των Ελλήνων καταναλωτών.

Οι μεγαλύτερες ηλικίες (άνω των 55 χρόνων) καταναλώνουν μεγαλύτερες ποσότητε ωστόσο επιλέγουν το ψωμί ολικής άλεσης στο πλαίσιο μιας πιο υγιεινής διατροφής. Οι νεότεροι σε ηλικία θεωρούν ως ψωμί, ακόμη και το ψωμί του τοστ και το καταναλώνουν συνοδεύοντας το φαγητό τους.

Όσοι καταναλώνουν μεγάλη ποσότητα ψωμιού προτιμούν το χωριάτικο και το ολικής άλεσης. Τα χαμηλότερα εισοδήματα επιλέγουν το άσπρο ψωμί ενώ οι πιο άνετοι οικονομικά, εκτός του χωριάτικου επιλέγουν και το ολικής άλεσης

Οι καταναλωτές κατά μέσο όρο τρώνε 3,9 κιλά ψωμί το μήνα, ποσότητα που αντιστοιχεί σε 130 γραμμάρια την ημέρα, περίπου 4-5 φέτες. Επιλέγουν να αγοράζουν φρέσκο ψωμί και συνήθως παίρνουν μία φρατζόλα.

Τέλος, ανεξάρτητα με την οικονομική τους κατάσταση οι πολίτες δηλώνουν πως «στο νοικοκυριό μας δεν πετάμε ποτέ ψωμί» ενώ τρεις στο τέσσερις δηλώνουν πως «στο νοικοκυριό μας όταν στρώνουμε τραπέζι υπάρχει πάντα ψωμί».