Η εικόνα ότι οι τράπεζες αυξάνουν άμεσα τα επιτόκια όταν αυξάνει το κόστος χρήματος, αλλά καθυστερούν να τα μειώσουν όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα χαλαρώνει τη νομισματική πολιτική, δεν επιβεβαιώνεται, τουλάχιστον για τα νέα επιχειρηματικά δάνεια, από την ανάλυση της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η μελέτη εξετάζει τον μηχανισμό μέσω του οποίου οι μεταβολές των επιτοκίων πολιτικής του Ευρωσυστήματος περνούν στο κόστος δανεισμού των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, εστιάζοντας τόσο στον τελευταίο ανοδικό κύκλο επιτοκίων όσο και στον καθοδικό κύκλο που ακολούθησε. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η προσαρμογή των επιτοκίων των νέων επιχειρηματικών χορηγήσεων είναι συμμετρική, γεγονός που σημαίνει ότι οι τράπεζες μετακυλίουν τόσο τις αυξήσεις όσο και τις μειώσεις των επιτοκίων της ΕΚΤ με αντίστοιχο τρόπο.
Πρόκειται για ένα εύρημα με ιδιαίτερη σημασία, καθώς η συμπεριφορά των τραπεζών ως προς τη μετακύλιση των επιτοκιακών μεταβολών βρίσκεται διαχρονικά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι η συμμετρική αυτή προσαρμογή θα μπορούσε να αντανακλά την ύπαρξη ικανοποιητικών συνθηκών ανταγωνισμού στην αγορά τραπεζικής πίστης, χωρίς να εντοπίζονται ενδείξεις ότι οι τράπεζες διατηρούν υψηλό το κόστος δανεισμού όταν το κόστος χρήματος υποχωρεί.
Το περιθώριο επιτοκίου στα επιχειρηματικά δάνεια τακτής λήξης διαμορφώνεται στις 270 μονάδες βάσης κατά τον ανοδικό κύκλο των επιτοκίων και περιορίζεται στις 180 μονάδες βάσης στον καθοδικό κύκλο, ενώ η μετακύλιση των αποφάσεων της ΕΚΤ στα επιτόκια χορηγήσεων ολοκληρώνεται σε περίπου δύο μήνες και στις δύο περιπτώσεις. Η ΤτΕ εκτιμά ότι η συμπεριφορά αυτή αποτελεί ένδειξη συμμετρικής προσαρμογής των επιτοκίων και αντανακλά ικανοποιητικές συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά τραπεζικής πίστης.
Υπογραμμίζει, πάντως, ότι το πραγματικό κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων είναι στην πράξη χαμηλότερο από αυτό που αποτυπώνουν τα ονομαστικά τραπεζικά επιτόκια, καθώς σημαντικό μέρος των νέων δανείων χορηγείται μέσω συγχρηματοδοτούμενων εργαλείων του Ταμείου Ανάκαμψης, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και της Ελληνικής Αναπτυξιακής. Η ευνοϊκή αυτή επίδραση δεν αποτυπώνεται πλήρως στα στοιχεία των τραπεζικών επιτοκίων.
Ενδεικτικά, η έκθεση εκτιμά ότι περίπου το ένα τρίτο των νέων επιχειρηματικών δανείων και περίπου το ένα τέταρτο των χρηματοδοτήσεων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνδέονται με τα χρηματοδοτικά εργαλεία των αναπτυξιακών τραπεζών ή και του RRF, γεγονός που συμβάλλει στη συγκράτηση του τελικού κόστους δανεισμού για τις επιχειρήσεις.
Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει ότι η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις παραμένει ισχυρή, αν και παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης σε σχέση με τα ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα του προηγούμενου έτους, εξέλιξη που συνδέεται τόσο με τη διατήρηση της ζήτησης για επιχειρηματικά δάνεια όσο και με τη συνέχιση της υποστηρικτικής πιστοδοτικής πολιτικής των τραπεζών.



