Με επικίνδυνους ρυθμούς αρχίζει να ξεθωριάζει και να αποκρυσταλλώνεται το «Ευρωπαϊκό όραμα» και η στάση της ενωμένης Ευρώπης, μπροστά στην αόρατη απειλή του κορονοϊού. Στη Σύνοδο Κορυφής αποτυπώθηκε πλήρως η εικόνα μιας κατακερματισμένης Ευρώπης, δύο ταχυτήτων, που ξύπνησε έντονα μνήμες 2009. Οι αντοχές των κρατών μελών της Ευρωζώνης για να στηρίξουν το ενιαίο νόμισμα αρχίζουν να εξασθενούν στο βωμό μιας τεράστιας ανθρωπιστικής κρίσης. Σε αυτό το αχαρτογράφητο τοπίο η ΕΕ καλείται να επιλέξει ποιο μονοπάτι θα ακολουθήσει ώστε να μην «εκραγούν» οι ωρολογιακές βόμβες των χωρών του Νότου, συμπαρασύροντας και τις χώρες που συνασπίζονται πίσω από τη Γερμανία.

«Σκληρό πόκερ» για την έκδοση ευρωομόλογου

Ο ένας δρόμος για τον οποίο κάνουν δραματική έκκληση οι χώρες του Νότου, ακούει στο όνομα ευρωομόλογο. Ουσιαστικά μέσω της έκδοσης ευρωομολόγων από τον ESM κάθε κράτος-μέλος της Ευρωζώνης θα μπορεί να αντλεί κεφάλαια με ποσόστωση ώστε να τα διοχετεύει απευθείας σε κλάδους που πλήττονται από τον κορονοϊό. Εγγυητές θα είναι όλες οι χώρες από κοινού, μιας και μιλάμε για μια συντονισμένη δράση. Εδώ, λοιπόν έχουμε και το πρώτο «nein» από τη μεριά της Γερμανίας. Το βασικό της επιχείρημα είναι πως μέσω της έκδοσης ευρωομολόγου θα οδηγηθούμε σε μια εικονική ισότητα μεταξύ των χωρών, με αυτές που έχουν υψηλό δημόσιο χρέος, όπως είναι η Ιταλία ή η Ελλάδα, να καλύπτουν και μέρος των υψηλών ελλειμμάτων, μέσω της άντλησης κεφαλαίων από το ευρωομόλογο. Ουσιαστικά θεωρεί πως αυτό το εργαλείο θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τη δική της «αριστεία» και τα τρία «Α» της πιστοληπτικής της αξιολόγησης διότι αυτή η τεράστια οριζόντια αύξηση του δημόσιου χρέους  θα λειτουργήσει επιβαρυντικά για τις χώρες με αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία. Η Γερμανία, όπως και στην περίπτωση της Ελλάδας, εξαντλεί κάθε αυστηρότητα ώστε να κατακρίνει χώρες που έχουν καταγράψει εκτροπή των δημοσιονομικών τους. Πλέον όμως δεν μιλάμε για μία χώρα που βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, όπως η Ελλάδα τη διετία 2010-2011 ή το 2015, αλλά για μια ολόκληρη ένωση κρατών, στην οποία η Γερμανία επιθυμεί να ηγείται και να χαράζει την οικονομική της γραμμή.

ESM σημαίνει αυστηρό πλαίσιο

Ο άλλος δρόμος που προτείνει η Γερμανία και οι χώρες που ακολουθούν το μοντέλο της είναι η προληπτική πιστωτική γραμμή ECCL του ESM. Τα 410 δισ. ευρώ του ταμείου ESM θα μπορούν υπό αυστηρό πλαίσιο (μνημόνιο) να «σπάσουν» σε χώρες που έχουν μεγάλη ανάγκη για ρευστότητα, όπως είναι η Ιταλία. Ωστόσο στο άκουσμα της λέξης μνημόνιο, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για μία χώρα που μαστίζεται από τον κορονοϊό, μετρώντας χιλιάδες νεκρούς, ο Ιταλός πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε αρνήθηκε κατηγορηματικά τη χρήση αυτού του εργαλείου, βάζοντας το δικό του «όπλο» στα ήδη πολλά που υπήρχαν στο τραπέζι της Συνόδου και θέτοντας διορία 10 ημερών στην Ένωση για τη λήψη δραστικών οικονομικών μέτρων. Η Ιταλία είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης με χρέος που αγγίζει το 137% του ΑΕΠ της. Υπό αυτό το πρίσμα η Γερμανία δεν μπορεί να παίξει «κορώνα γράμματα» το μέλλον όλων, βλέποντας την κρίση της πανδημίας ως ευκαιρία πρόκλησης νέους χάους προς όφελος της.

Τη θέση της Ιταλίας, λίγο ή πολύ, στηρίζουν οι περισσότερες χώρες του Νότου, που δεν δέχονται σε αυτό το κρίσιμο σημείο καμπής για ολόκληρο το οικοδόμημα της Ευρωζώνης να υπάρξει ένα πλαίσιο αυστηρής πειθαρχίας. Με αυτό τον τρόπο το «μπαλάκι» μεταπηδά στο Eurogroup που καλείται να δώσει τη δική του γραμμή, πριν τα πράγματα οδηγηθούν σε ένα ολοκληρωτικό ναυάγιο με το σενάριο της κατάρρευσης της Ευρωζώνης να είναι πολύ κοντά. Ωστόσο, καθώς και στις προηγούμενες συνεδριάσεις του Eurogroup δεν υπήρξε «λευκός καπνός» λόγω των αυστηρών διαχωριστικών γραμμών που τηρούνται στο ακέραιο, πιθανότατα και στην επερχόμενη συνεδρίαση το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο.

Το «υπέρ-όπλο» επί εποχής Ντράγκι

Και εδώ έρχεται ξανά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επιστρατεύοντας πιθανώς μετά το «μπαζούκα» του PEPP των 750 δισ. ευρώ, ένα «υπέρ-όπλο» επί εποχής Μάριο Ντράγκι. Το πρόγραμμα OMT «Outright Monetary Transactions» (Οριστικών Νομισματικών Συναλλαγών) που δημιουργήθηκε το 2012, στοχεύει στην αγορά από την ΕΚΤ κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, και πιθανότατα χωρίς όρια. Από τη στιγμή που κάθε χώρα, όπως και η Γερμανία, διογκώνουν το χρέος τους ώστε να αντιμετωπίσουν τις πρωτοφανείς συνθήκες του lockdown, το όπλο του OMT -στο οποίο απαιτείται και από τις χώρες να το ζητήσουν- πιθανότατα θα μπορέσει να βρει σύμφωνους τους περισσότερους στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, ώστε να ενεργοποιηθεί. Το OMT μετά το PEPP μπορεί να βοηθήσει περαιτέρω στο να μην υπάρξουν έντονες πιέσεις διεύρνυνσης στα spread των ομολόγων (ειδικά των ιταλικών, ελληνικών, ισπανικών) και να μην μετατραπεί η υγειονομική κρίση του Covid-19, σε μια πολυδιάσταση ολοκληρωτική χρηματοπιστωτική κρίση. Ο «βραχνάς» του προβλήματος ωστόσο δεν είναι απόλυτα αυτός, μιας και μέσω του PEPP έχει δοθεί λύση στην αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ομολόγων. Τα κράτη ζητούν απευθείας ρευστότητα στο σύστημα, και το ευρωομόλογο αποτελεί την ιδανικότερη πηγή σε αυτό το δραματικό τοπίο.

Αξίζει να σημειώσουμε πως ο Μάριο Ντράγκι είχε κατηγορηθεί ανοιχτά από τα «γεράκια» της ΕΚΤ για τη δημιουργία ενός τέτοιου προγράμματος, καθώς θεωρούσαν πως εκτρέπει τη θεσμικότητα του οργάνου. Ωστόσο η τότε πρωτοβουλία του Ντράγκι αλλά και η τωρινή του έκκλησή του για μεγάλη αύξηση του δημόσιου χρέους και διαγραφές χρεών στον ιδιωτικό τομέα αποτυπώνουν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο πως η ΕΚΤ είναι η μόνη εναπομείνασα φωνή στο συνονθύλευμα της ΕΕ που μπορεί να δράσει χωρίς όρια και φραγμούς, καλύπτοντας την ανεπάρκεια άλλων. Για αυτό που μπορεί να κατηγορήσει κανείς την ΕΚΤ είναι η «κανονικότητα» της ποσοτικής χαλάρωσης (QE), διατηρώντας στο ακέραιο αγορές, τραπεζικά συστήματα, και κυβερνήσεις από το να αναλάβουν πρωτοβουλίες διόρθωσης του συστήματος.

Πλέον, με τα γρανάζια της ευρωπαϊκής ενοποίησης να έχουν μπλοκάρει εδώ και χρόνια και το νομισματικό «μπλοκ» να μοιάζει πιο αποσυνδεμένο από ποτέ, οι ηγεσίες των κρατών μελών με πρώτη τη Γερμανία θα πρέπει να παραμερίσουν φιλοδοξίες ηγεμονίας αν θέλουν να υπάρχει έστω και αυτό το ισχνό σε δράσεις και «αργόσυρτο» καράβι της Ευρωζώνης την επόμενη μέρα, που ο ιός θα μας έχει αφήσει με χιλιάδες νεκρούς πίσω, και να δράσουν άμεσα.