«Προσοχή» στους σχεδιασμούς για το διάδοχο σχήμα του Νόμου Κατσέλη συστήνει ο επικεφαλής της αποστολής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα, Ντεκλάν Κοστέλο, προειδοποιώντας μάλιστα πως το δημοσιονομικό κόστος της νέας ρύθμισης μπορεί να φτάσει τα 800 εκατ. ευρώ ως το 2022.

Όπως εξήγησε, το δημοσιονομικό κόστος του νέου Νόμου Κατσέλη εκτιμάται στα 150 εκατ. ευρώ το 2019, στα 200 εκατ. ευρώ το 2020 και συνολικά στα 800 εκατ. ευρώ έως το 2022.

Μιλώντας στη διάρκεια συνεδρίου που διοργανώνουν το IOBE και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο Μουσείο της Ακρόπολης σήμερα, Τετάρτη, με θέμα «Προτεραιότητες για βιώσιμη ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα», ο Κοστέλο χαρακτήρισε μεν «πολύπλοκο θέμα» το διάδοχο του Νόμου Κατσέλη, τόνισε δε ότι οι Θεσμοί εργάζονται με την ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου να έχουν συμφωνήσει ως το Eurogroup της 5ης Απριλίου.

Σύμφωνα με τον Ντέκλαν Κοστέλο, η Ελλάδα βρίσκεται σε θετική τροχιά αλλά οι προκλήσεις παραμένουν. Σε μια ομιλία με θετική απόχρωση για τις μεταμνημονιακές προσπάθειες της χώρας να συνεχίσει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ο Ευρωπαίος αξιωματούχος τόνισε ότι χρειάζονται πολλά χρόνια ακόμη για να ξεπεράσει πλήρως η χώρα τις επιπτώσεις της κρίσης και σημαντική προϋπόθεση για ταχεία ανάκαμψη είναι ρυθμοί ανάπτυξης τουλάχιστον της τάξης του 4%.

«Η Ελλάδα έχει κάνει μια πολλά υποσχόμενη αρχή στη μεταπρογραμματική της πορεία: οι δημοσιονομικοί στόχοι συνεχίζουν να εκπληρώνονται, συμπεριλαμβανομένων των πρωτογενών πλεονασμάτων, ενώ βλέπουμε συνέχιση της εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, όπως στον ενεργειακό κλάδο και τις ιδιωτικοποιήσεις», υπογράμμισε ο κ. Κοστέλο. Σημείωσε, ωστόσο, ότι πρέπει να συνεχιστούν οι προσπάθειες σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο.

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου τα οποία παρουσιάστηκαν στις 27 Φεβρουαρίου για τη χώρα μας, ο κ. Κοστέλο τόνισε την ανάγκη να προσελκύσει η Ελλάδα επενδύσεις, με έμφαση στις άμεσες ξένες επενδύσεις, ώστε να καλύψει το κενό των 15 δισ. ευρώ που χωρίζει τη χώρα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Στις κυριότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα, η Επιτροπή περιλαμβάνει τα υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους και μη εξυπηρετούμενων δανείων, ενώ υψηλή παραμένει και η ανεργία. Το αποτέλεσμα είναι ένα ευάλωτο χρηματοοικονομικό σύστημα, με μειωμένη προσφορα δανεισμού και ασθενική βελτίωση της παραγωγικότητας.

Όσον αφορά στις επενδύσεις, το χάσμα αυτό θα καλυφθεί εν μέρει από τις δημόσιες επενδύσεις, σημείωσε ο ίδιος. «Βρισκόμαστε σε συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση για αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων», τόνισε ο κ. Κοστέλο αλλά εξήγησε ότι κλειδί για την επίτευξη του στόχου είναι οι άμεσες ξένες επενδύσεις. «Βλέπουμε σημαντικές ευκαιρίες στις μεταφορές, την Ενέργεια, τις δημόσιες υποδομές και άλλους τομείς», συμπλήρωσε.

«Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι ο δείκτης επενδύσεων δεν μπορεί να ανέλθει στο 20% που είναι ο μέσος όρος της ΕΕ», πρόσθεσε, αναγνωρίζοντας βέβαια ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις θα παίξουν τον σημαντικότερο λόγο, και μάλιστα από το εξωτερικό λόγω των χαμηλών επιπέδων αποταμίευσης στη χώρα. «Πρέπει να αναγνωρίσουμε, βέβαια, ότι οι επιδόσεις της Ελλάδας ήταν χαμηλές και πριν την κρίση σε αυτό το επίπεδο», είπε χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με τον κ. Κοστέλο, η έναρξη της επένδυσης στο Ελληνικό θα δώσει ισχυρό μήνυμα σε αυτό το επίπεδο.

Στην ερώτηση γιατί παραμένει αυτό το χάσμα στις επενδύσεις, ο Ευρωπαίος αξιωματούχος εξήγησε ότι μέχρι τη συμφωνία για το χρέος που επιτεύχθηκε στα μέσα του προηγούμενου έτους, η αβεβαιότητα ήταν σημαντικός ανασταλτικός παράγοντας. «Θεωρώ, όμως, ότι πλέον, σε συνδυασμό και με τις μεταπρογραμματικές εκθέσεις, η εμπιστοσύνη θα βελτιωθεί», ανέφερε. «Βλέπουμε ενδείξεις συγκρατημένης ανάκαμψης και στην αγορά των ακινήτων που είχε πληγεί σημαντικά στη διάρκεια της κρίσης», συμπλήρωσε.

Διαπίστωσε, επίσης, σημαντικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της χώρας σε τομείς όπως ο τουρισμός, τα αγροδιατροφικά προϊόντα, η Υγεία, αλλά και οι μεταφορές/logistics και έκανε ειδική αναφορά στο παράδειγμα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης. «Δεν υπάρχει μαγικό ραβδί, χρειάζονται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και να συνεχίσουν οι τράπεζες τις προσπάθειες εξυγίανσης», κατέληξε.

.