Ο Δημοκρατικός Τζο Μπάιντεν ορκίστηκε σήμερα πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, με την υπόσχεση να τελειώσει έναν «απολίτιστο πόλεμο» σε μια βαθιά διαιρεμένη χώρα που κλονίζεται από μια καλπάζουσα πανδημία κορονοϊού που έχει σκοτώσει περισσότερους από 400.000 Αμερικανούς.

Με το Καπιτώλιο των ΗΠΑ περικυκλωμένο από χιλιάδες ένοπλους στρατιώτες δύο εβδομάδες αφότου ένας όχλος το πολιόρκησε, ο Μπάιντεν ορκίστηκε πρόεδρος ενώπιον του Ανώτατου Δικαστή των ΗΠΑ Τζον Ρόμπερτς και έγινε ο γηραιότερος πρόεδρος των ΗΠΑ σε ηλικία 78 ετών.

«Για να ξεπεράσουμε αυτές τις προκλήσεις και να αποκαταστήσουμε την ψυχή και να εξασφαλίσουμε το μέλλον της Αμερικής απαιτούνται πολύ περισσότερα από λέξεις. Απαιτείται το πιο φευγαλέο από όλα τα πράγματα σε μια δημοκρατία: ενότητα», είπε στον λόγο της ορκωμοσίας του.

«Πρέπει να σταματήσουμε αυτόν τον απολίτιστο πόλεμο (uncivil war)», είπε, κάνοντας λογοπαίγνιο με τη φράση civil war, που παραπέμπει στον εμφύλιο. Αυτόν τον πόλεμο "που βάζει το κόκκινο απέναντι στο μπλε, το αγροτικό απέναντι στο αστικό, το συντηρητικό απέναντι στο φιλελεύθερο. Μπορούμε να το κάνουμε -- αν ανοίξουμε τις ψυχές μας αντί να σκληραίνουμε τις καρδιές μας.»

Η τελετή στερήθηκε ένα μεγάλο μέρος από το συνηθισμένο εορταστικό πνεύμα της. Το National Mall, το οποίο συνήθως είναι γεμάτο από πλήθη υποστηρικτών, ήταν αντ΄αυτών γεμάτο σημαίες των ΗΠΑ σε μια υπενθύμιση της πανδημίας που θα αντιμετωπίσει ο Μπάιντεν ως πρόεδρος.

Μιλώντας στα σκαλοπάτια του Καπιτωλίου, όπου υποστηρικτές του τότε προέδρου Ντόναλντ Τραμπ συγκρούστηκαν με την αστυνομία σε μια χαοτική επίθεση που άφησε πέντε νεκρούς και συγκλόνισε όλο τον κόσμο στις 6 Ιανουαρίου, ο Μπάιντεν είπε πως η άνοδός του είναι η απόδειξη πως οι επιτιθέμενοι απέτυχαν να διαταράξουν τη θεμελίωση της αμερικανικής δημοκρατίας.

Η βία οδήγησε την ελεγχόμενη από τους Δημοκρατικούς Βουλή των Αντιπροσώπων να παραπέμψει τον Τραμπ την περασμένη εβδομάδα για δεύτερη φορά, κατηγορώντας τον για υποκίνηση αφού κάλεσε τους υποστηρικτές του να πορευθούν προς το κτίριο εν μέσω ψευδών ισχυρισμών για εκλογική νοθεία.

Είμαστε εδώ, μερικές ημέρες αφότου ένας αγριεμένος όχλος πίστεψε πως μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη βία για να κάνει να σιωπήσει η θέληση του λαού, να σταματήσει την εργασία στη δημοκρατία μας, να μας απομακρύνει από αυτό το ιερό έδαφος», είπε ο Μπάιντεν. «Δεν συνέβη δεν θα συμβεί ποτέ. Ούτε σήμερα, ούτε αύριο, ούτε ποτέ.»

Η αντιπρόεδρος του Μπάιντεν, Κάμαλα Χάρις, κόρη μεταναστών από την Τζαμάικα και την Ινδία, έγινε η πρώτη μαύρη, η πρώτη γυναίκα και η πρώτη Αμερικανίδα ασιατικής καταγωγής αντιπρόεδρος των ΗΠΑ μετά την ορκωμοσία της από την δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου Σόνια Σοτομαγιόρ.

Υψηλόβαθμοι Ρεπουμπλικανοί όπως ο αντιπρόεδρος Μάικ Πενς και οι ηγέτες του κόμματος στο Κογκρέσο, παρακολούθησαν την ορκωμοσία του Μπάιντεν, μαζί με τους πρώην προέδρους των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα, Τζορτζ Ου. Μπους και Μπιλ Κλίντον.

Οι 3+1 κρίσεις

Ο Μπάιντεν αναλαμβάνει καθήκοντα σε μια περίοδο όπου η χώρα αντιμετωπίζει τέσσερις συνδυαστικές κρίσεις, όπως τις χαρακτήρισαν σύμβουλοί του: την πανδημία, την οικονομική πτώση, την κλιματική αλλαγή και τη φυλετική ανισότητα. Έχει υποσχεθεί άμεση δράση, περιλαμβανομένης μιας σειράς εκτελεστικών διαταγμάτων την πρώτη ημέρα της προεδρίας του.

Έπειτα από μια εκστρατεία που σημαδεύτηκε από τους αβάσιμους ισχυρισμούς του Τραμπ περί εκλογικής νοθείας, ο Μπάιντεν υιοθέτησε έναν συμφιλιωτικό τόνο, που σπάνια είχε ακουστεί από τον προκάτοχό του, ζητώντας από τους Αμερικανούς που δεν τον ψήφισαν να του δώσουν μια ευκαιρία.

«Σας δίνω αυτή την υπόσχεση: θα είμαι πρόεδρος για όλους τους Αμερικανούς», είπε. «Και σας υπόσχομαι ότι θα αγωνιστώ το ίδιο σκληρά για εκείνους που δεν με υποστήριξαν όσο και για εκείνους που το έκαναν».

Αν και οι παρατηρήσεις του αναφέρονταν κατά κύριο λόγο σε προβλήματα στο εσωτερικό, ο Μπάιντεν απηύθυνε όπως είπε ένα μήνυμα σε εκείνους που βρίσκονται πέρα από τα σύνορα της Αμερικής, υποσχόμενος να αποκαταστήσει τις συμμαχίες που έσπασε ο Τραμπ, να ηγηθεί και να είναι ένας ισχυρός και άξιος εμπιστοσύνης εταίρος για την ειρήνη, την πρόοδο και την ασφάλεια. Δεν έκανε κάποια ειδική αναφορά σε σημαντικές διενέξεις όπως με τη Βόρεια Κορέα, το Ιράν και την Κίνα.