Μετά από τέσσερις συνεχόμενες παρατάσεις φαίνεται ότι η υποβολή οικονομικών και τεχνικών προσφορών για την κατασκευή της γραμμής 4 του μετρό της Αθήνας θα πραγματοποιηθεί κανονικά σήμερα Παρασκευή 15 Μαρτίου. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πώς όλα κυλούν ομαλά για το μεγαλύτερο έργο υποδομών των τελευταίων ετών καθώς μεγάλο ρόλο στην τελική έκβαση του διαγωνισμού θα παίξει το Συμβούλιο της Επικρατείας. 

Και αυτό γιατί αναμένεται η δημοσιοποίηση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας με βάση την οποία αναστέλλεται η ανάθεση του έργου «Άκτιο – Αμβρακία» στην κοινοπραξία Άκτωρ - ΤΕΡΝΑ που είχε αναδειχθεί προσωρινός μειοδότης, καθώς οι εταιρείες εμπλέκονταν σε πρακτικές στρέβλωσης του ανταγωνισμού για τον καθορισμό προσφορών σε δημόσια έργα την περίοδο 2005-2012. Η υπόθεση αυτή προκαλεί «πονοκέφαλο» στο υπουργείο Υποδομών, καθώς μπορεί να θέσει νέα δεδομένα σε όλους τους διαγωνισμούς δημοσίων έργων, και βέβαια σε αυτόν της κατασκευής  της γραμμής 4 του μετρό.

Σημειώνεται πως οι δύο παραπάνω εταιρείες ήταν μεταξύ των κατασκευαστικών που μπήκαν σε «διαδικασία διευθέτησης» με την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Δηλαδή, ουσιαστικά αποδέχθηκαν την ευθύνη με αντάλλαγμα την μείωση του προστίμου και κάτι ακόμη πιο σημαντικό: Τη δυνατότητα να συμμετάσχουν κανονικά σε δημόσιους διαγωνισμούς. 

Όμως η ιταλική GD Infrastrutture, ως αμέσως επόμενη μειοδότρια για το έργο «Άκτιο – Αμβρακία» προσέφυγε στο ΣτΕ, μέσω της Μηχανική ΑΕ με την οποία συνεργάζεται στην Ελλάδα, με το σκεπτικό πως οι Άκτωρ και ΤΕΡΝΑ κακώς μπόρεσαν να διεκδικήσουν δημόσια έργα απλά και μόνο επειδή παραδέχθηκαν την ενοχή τους. Η επιχειρηματολογία της GD Infrastrutture απορρίφθηκε αρχικά από την Αρχή Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (ΑΕΠΠ), ωστόσο το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε να αναστείλει την συγκεκριμένη απόφαση. 

Η εμπλοκή του ΣτΕ δεν σταματά εδώ. Η ΜΕΤΚΑ που αποκλείστηκε από τη δεύτερη φάση του διαγωνισμού για τη γραμμή 4 του μετρό για τεχνικούς λόγους έχει προσφύγει και αυτή στο ΣτΕ αφενός κατά του αποκλεισμού της και αφετέρου και κατά της συμμετοχής των υπολοίπων εταιρειών, επειδή εμπλέκονταν στο «καρτέλ» των εργολάβων. Στο μεταξύ, όμως, η Επιτροπή Ανταγωνισμού δημοσίευσε και την απόφαση για τις εταιρείες που δεν συμμετείχαν στη «διαδικασία διευθέτηση» επιβάλλοντας πρόστιμα στην FCC Construction και στην Archirodon Group, οι οποίες συμμετείχαν στην κοινοπραξία της ΜΕΤΚΑ για το μετρό. Κάτι το οποίο σημαίνει πως δυνητικά η προσφυγή στο ΣτΕ μπορεί να τινάξει ολόκληρο τον διαγωνισμό στον «αέρα». 

Προχωρούν Αττικό Μετρό – υπουργείο Υποδομών 

Οι δικαστικές εμπλοκές ήταν ένας από τους παράγοντες που οδήγησαν σε τέσσερις συνεχόμενες αναβολές την υποβολή τεχνικών και οικονομικών προσφορών. Ωστόσο, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες υπουργείο Υποδομών και Αττικό Μετρό ΑΕ αποφάσισαν να προχωρήσουν με τη διαδικασία. Στελέχη του υπουργείου Υποδομών θεωρούν, πως εντέλει, η υπόθεση θα λήξει ευνοϊκά για την εξέλιξη του έργου. 

Έτσι οι τρεις κοινοπραξίες (Τέρνα-Vinci-Siemens, Άκτωρ – Ansaldo-Hitachi, J&P Αβαξ – Ghella – Alstom) αναμένεται να καταθέσουν σήμερα τις τεχνικές και οικονομικές προσφορές. Από εκεί και πέρα θα ξεκινήσει η αξιολόγηση των τεχνικών προσφορών, που θα διαρκέσει τουλάχιστον δύο με τρεις μήνες. Στη συνέχεια θα αποσφραγισθούν και οι οικονομικές προσφορές. Αν και εφόσον δεν υπάρξει εμπλοκή με τις δικαστικές υποθέσεις, τότε στόχος είναι να έχει ανακηρυχθεί μειοδότης το αργότερο μέχρι τα τέλη του 2019. 

Η «ταυτότητα» του έργου 

Το πρώτο τμήμα της γραμμής 4 που δημοπρατείται θα ξεκινά από το Άλσος Βεϊκού στο Γαλάτσι και θα καταλήγει στο Γουδή, περνώντας από Κυψέλη, Γκύζη, Εξάρχεια, Κολωνάκι, Ιλίσια και Ζωγράφου. Συνολικά θα έχει μήκος 12,9 χιλιομέτρων και θα αποτελείται από 15 σταθμούς: Άλσος Βεΐκου, Γαλάτσι, Ελικώνος, Κυψέλη, Δικαστήρια, Αλεξάνδρας, Εξάρχεια, Ακαδημία (σύνδεση με γραμμή 2 Στ. Πανεπιστήμιο), Κολωνάκι, Ευαγγελισμός (σύνδεση με γραμμή 3), Καισαριανή, Πανεπιστημιούπολη, Ιλίσια, Ζωγράφου και Γουδή. 

Για την κατασκευή θα χρησιμοποιηθούν 2 Μετροπόντικες, ενώ στη σύμβαση περιλαμβάνεται και η προμήθεια 18 συρμών που θα λειτουργούν χωρίς οδηγό αλλά μόνο με επίβλεψη. Ο χρόνος υλοποίησης υπολογίζεται στους 92 μήνες και ο προϋπολογισμός ανέρχεται στα 1,4 δισ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ.