Ελαφρώς «αντιφατική» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η συνεδρίαση της Τρίτης στη Wall Street, αφού από τη μια ο Dow Jones διολίσθησε λόγω των έντονων απωλειών που σημείωσαν οι μετοχές υγείας, ενώ από την άλλη ο S&P 500 κατέγραψε νέο ιστορικό υψηλό, καθώς οι προσδοκίες των επενδυτών για τα εταιρικά αποτελέσματα που αναμένονται μέσα στην εβδομάδα, κυρίως αυτά των Big Tech, με έμφαση στα «μέλη» των "Magnificent 7", ενισχύθηκαν, τονώνοντας κατ' επέκταση την αισιοδοξία τους.
Κατά τη διάρκεια των συναλλαγών, οι επενδυτές είχαν επίσης στραμμένη την προσοχή τους στη συνεδρίαση της Federal Reserve για τη νομισματική πολιτική, η οποία θα ολοκληρωθεί αύριο.
Ειδικότερα, ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones σημείωσε πτώση 408 μονάδων ή 0,83% στις 49.003 μονάδες, συμπαρασυρόμενος από τη «βουτιά» που κατέγραψαν οι κολοσσοί του υγειονομικού κλάδου UnitedHealth (-19,6%), Humana (-21,1%) και CVS Health (-14,1%) μετά την πρόταση των Κέντρων για τις Υπηρεσίες Medicare & Medicaid να αυξήσουν τις πληρωμές προς τις ασφαλιστικές εταιρείες Medicare Advantage κατά μέσο όρο μόλις 0,09% το 2027.
Ο διευρυμένος δείκτης S&P 500 ενισχύθηκε 0,42% στις 6.979 μονάδες, ενώ νωρίτερα ενδοσυνεδριακά άγγιξε τις 6.989 μονάδες, καταγράφοντας νέο ιστορικό υψηλό και φτάνοντας μια «ανάσα» πριν από το ορόσημο των 7.000 μονάδων. Ο τεχνολογικός δείκτης Νasdaq πρόσθεσε 0,91% και διαμορφώθηκε στις 23.817 μονάδες. Περισσότερες από 90 εταιρείες του S&P 500 αναμένεται να ανακοινώσουν τα τριμηνιαία τους κέρδη αυτή την εβδομάδα. Οι Meta, Microsoft και Tesla, μέλη των "Magnificent Seven", θα ανακοινώσουν τα οικονομικά μεγέθη τους την Τετάρτη, ενώ η Apple θα δημοσιεύσει τα αποτελέσματά της την Πέμπτη.
Στο ταμπλό, η μετοχή της Boeing έχασε 1,5%, παρόλο που τo πολυετές υψηλό στις παραδόσεις αεροπλάνων έδωσε ισχυρή ώθηση στα έσοδά της στο δ' τρίμηνο, ξεπερνώντας τις προβλέψεις της Wall Street. Η εταιρεία παρέδωσε 600 αεροπλάνα σε πελάτες πέρυσι, αριθμός σχεδόν διπλάσιος από το 2024 και ο μεγαλύτερος από το 2018. Η Boeing μέτρησε τζίρο 23,9 δισ. δολαρίων τους τελευταίους τρεις μήνες του 2025, που ισοδυναμεί με αύξηση 57% σε σχέση με το 4ο τρίμηνο του 2024, υπερκεράζοντας τις προσδοκίες των αναλυτών. Παράλληλα, οι ταμειακές ροές των 400 εκατ. δολαρίων ήταν περίπου διπλάσιες από αυτές που ανέμεναν οι οικονομολόγοι.
Η General Motors ενισχύθηκε 8,75%, καθώς κατέγραψε ισχυρή πορεία στο δ' τρίμηνο, ενώ παράλληλα προανήγγειλε μια ακόμη χρονιά «ισχυρής οικονομικής απόδοσης», ενώ ανακοίνωσε επίσης αύξηση 20% στο μέρισμά της και μια νέα επαναγορά μετοχών 6 δισ. δολαρίων. Ειδικότερα, στο 4ο τρίμηνο σημείωσε κέρδη 2,51 δολάρια ανά μετοχή έναντι πρόβλεψης για 2,2 δολ/μτχ με έσοδα στα 45,29 δισ. δολάρια, χαμηλότερα από την εκτίμηση για 45,8 δισ. δολάρια.
Παράλληλα, το guidance της GM για τα κέρδη του 2026 είναι καλύτερo από τις προσδοκίες και τα μεγέθη του περασμένου έτους, περιλαμβάνοντας καθαρά κέρδη προς τους μετόχους μεταξύ 10,3 δισ. δολαρίων και 11,7 δισ. δολαρίων (11 - 13 δολαρίων δολ/μτχ) και προσαρμοσμένα κέρδη προ φόρων και τόκων μεταξύ 13 δισ. δολαρίων.
Επιπλέον, η μετοχή της American Airlines διολίσθησε κατά 7%, παρά το ιστορικό υψηλό που σημείωσε σε όλο το 2025 με 54,6 δισ. δολάρια και στο δ΄ τρίμηνο με 14 δισ. δολάρια. Η αεροπορική εταιρεία με έδρα το Φορτ Γουόρθ προέβλεψε ότι θα επιτύχει βελτίωση σχεδόν 2 δολαρίων ανά μετοχή στα προσαρμοσμένα κέρδη κατά μέσο όρο σε σχέση με πέρυσι. Η American αναμένει επίσης να έχει 7% έως 10% περισσότερα έσοδα τους πρώτους τρεις μήνες του 2026 σε σύγκριση με το 2025. Η αμερικανική αεροπορική δήλωσε επίσης ότι το shutdown επηρέασε αρνητικά τα έσοδα του τέταρτου τριμήνου κατά περίπου 325 εκατ. δολάρια.
Στα επιχειρηματικά νέα, συμφωνία ύψους έως και 6 δισ. δολαρίων υπέγραψε η Meta Platforms με την Corning για καλώδια οπτικών ινών για τα κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης της. Η μητρική του Facebook δεσμεύτηκε να πληρώσει το ποσό στην εταιρεία με την 175χρονη ιστορία έως το 2030 όπως δήλωσε ο Διευθύνων Σύμβουλος της Corning, Γουέντελ Γουίκς, στο CNBC σε μια αποκλειστική συνέντευξη σχετικά με τη συμφωνία.
Στα μάκρο της ημέρας, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2014 μειώθηκε η εμπιστοσύνη των καταναλωτών στις ΗΠΑ τον Ιανουάριο, λόγω των πιο απαισιόδοξων προβλέψεων για την πορεία της αμερικανικής οικονομίας και της αγοράς εργασίας. Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης του Conference Board υποχώρησε κατά 9,7 μονάδες τον τρέχοντα μήνα, αγγίζοντας τις 84,5 μονάδες, το χαμηλότερο σημείο από τον Μάιο του 2014, ενώ υπολείπεται όλων των εκτιμήσεων των οικονομολόγων για περίπου 90,9.
Αυτή την εβδομάδα αναμένεται η πρώτη απόφαση της Fed για τη νομισματική πολιτική του έτους. Η κεντρική τράπεζα αναμένεται να διατηρήσει το βασικό επιτόκιο στο εύρος στόχου 3,5% έως 3,75%, αλλά οι επενδυτές θα αναζητήσουν ενδείξεις για το πότε ενδέχεται να γίνουν μελλοντικές μειώσεις. Σύμφωνα με το CME FedWatch Tool, οι συναλλαγές σε συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης της Fed εξακολουθούν να υποδηλώνουν ότι ενδέχεται να γίνουν δύο μειώσεις κατά 0,25% έως το τέλος του 2026.