Νέα μελέτη των πανεπιστημίων Cambridge και University College London φανερώνει πως τα φάρμακα για την απώλεια των περιττών κιλών, όπως είναι η σεμαγλουτίδη (Wegovy/Ozempic) και η τιρζεπατίδη (Mounjaro), που μεταμορφώνουν τη θεραπεία της παχυσαρκίας, μπορούν να διευρύνουν τις ανισότητες στην υγεία, χωρίς την ύπαρξη του κατάλληλου υποστηρικτικού πλαισίου.
Η βρετανική μελέτη επικεντρώνεται στην αξία της πρόσβασης σε οικονομικά προσιτή διατροφή, σε μια συγκυρία που η ακρίβεια στις τιμές των τροφίμων καθιστούν την ισορροπημένη θρεπτική διατροφή, με καλής ποιότητας άπαχο κρέας ψάρι και ποικιλία φρούτων και λαχανικών, πολυτέλεια για πολλούς ανθρώπους με χαμηλό κατά κεφαλήν εισόδημα.
Πολυτέλεια η υγιεινή διατροφή λόγω της ακρίβειας των τροφίμων
Στα ευρήματα που δημοσιεύτηκαν στην έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση «Nature Medicine», οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι ενώ τα φάρμακα για την απώλεια βάρους έχουν μεταμορφώσει τη θεραπεία της παχυσαρκίας, τα μακροπρόθεσμα οφέλη τους εξαρτώνται από παράγοντες πέρα από τα ίδια τα φάρμακα.
Η πρόσβαση σε συμβουλές διατροφής, η υγιεινή διατροφή και συνεχή υποστήριξη της υγειονομικής περίθαλψης είναι πιθανό να διαμορφώσουν το κατά πόσον οι ασθενείς μπορούν να χρησιμοποιούν τα φάρμακα με ασφάλεια και να διατηρούν μακροπρόθεσμα την απώλεια των περιττών κιλών όπως υποστηρίζουν οι ειδικοί.
Τι λένε οι επιστήμονες, που διεξήγαγαν τη μελέτη
Ο επικεφαλής συγγραφέας Δρ. Άντριαν Μπράουν από το Τμήμα Ιατρικής του UCL αναφέρει: «Έχουμε επισημάνει ότι η θεραπεία της παχυσαρκίας δεν είναι απλώς ιατρικό θέμα. Αποτελεί κοινωνικό και δομικό ζήτημα. Χωρίς ολοκληρωμένη διαιτητική υποστήριξη και διατήρησης της προσιτής τιμής των τροφίμων, αυτά τα φάρμακα θα μπορούσαν να επιδεινώσουν τις υπάρχουσες ανισότητες στον τομέα της υγείας. Το βασικό μήνυμα είναι σαφές: Αυτές οι θεραπείες είναι αποτελεσματικές, αλλά ο μακροπρόθεσμος αντίκτυπός τους στη δημόσια υγεία θα εξαρτηθεί από το εάν υπάρχουν τα κατάλληλα συστήματα υποστήριξης για να διασφαλιστεί η ισότιμη και ασφαλής πρόσβαση για όλους τους ασθενείς».
Οι συγγραφείς προειδοποιούν ότι η υγιεινή διατροφή έχει υψηλότερο κόστος από το φθηνό junk food, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια στα άτομα τα οποία ήδη αντιμετωπίζουν επισιτιστική ανασφάλεια ή οικονομικές δυσκολίες. Σύμφωνα με μια προγενέστερη μελέτη ερευνητών του UCL τον Ιανουάριο του 2026, περίπου 1,6 εκατομμύρια ενήλικες στην Αγγλία, την Ουαλία και τη Σκωτία χρησιμοποίησαν φάρμακα όπως το Wegovy και το Mounjaro για να χάσουν περιττά κιλά στο διάστημα μεταξύ των αρχών του 2024 και των αρχών του 2025. Επιπλέον, 3,3 εκατομμύρια άνθρωποι δήλωσαν ότι θα ενδιαφέρονταν να χρησιμοποιήσουν φάρμακα απώλειας βάρους κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους. Το Mounjaro (που περιέχει τιρζεπατίδη) κοστίζει περί τις 200 λίρες το μήνα, επομένως είναι απαγορευτικό για πολλούς Βρετανούς.
Από τη δική της μεριά, η επικεφαλής συγγραφέας Δρ. Μαρί Σπρέκλεϊ από το Πανεπιστήμιο Cambridge υπογραμμίζει: «Το βασικό ερώτημα δεν είναι ποιος μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτά τα φάρμακα, αλλά ποιος μπορεί να ωφεληθεί από αυτά μακροπρόθεσμα. Εάν η πρόσβαση σε υγιεινά τρόφιμα, στη διατροφική υποστήριξη και στη συνεχή φροντίδα είναι άνιση, υπάρχει κίνδυνος τα οφέλη αυτών των θεραπειών να είναι επίσης άνισα».
Οι ερευνητές επισημαίνουν τον κίνδυνο ενός αυξανόμενου «συστήματος δύο επιπέδων» στη θεραπεία της παχυσαρκίας, όπου ορισμένοι άνθρωποι μπορούν να έχουν πρόσβαση σε φαρμακευτική αγωγή παράλληλα με ολοκληρωμένη υποστήριξη, ενώ άλλα άτομα αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια και στα δύο. Η Δρ. Σπρέκλεϊ προσθέτει: «Αν θέλουμε αυτές οι θεραπείες να μειώσουν τις ανισότητες στον τομέα της υγείας αντί να τις διευρύνουν, η ισότιμη πρόσβαση στην υποστήριξη πρέπει να λαμβάνεται υπόψη παράλληλα με την ισότιμη πρόσβαση στη φαρμακευτική αγωγή».
Οι ασθενείς που ζουν σε πιο υποβαθμισμένες περιοχές συχνά αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια στην υγειονομική περίθαλψη και στην πρόσβαση σε υγιεινά τρόφιμα, εμφανίζοντας υψηλότερους δείκτες αναφορικά με την συχνότητα εμφάνισης της παχυσαρκίας. Τα φάρμακα αυτά συνήθως μειώνουν την όρεξη και την πρόσληψη τροφής και μπορούν να προκαλέσουν γαστρεντερικές παρενέργειες όπως ναυτία και πρόωρο αίσθημα κορεσμού. Χωρίς κατάλληλη διαιτητική καθοδήγηση και παρακολούθηση, η μειωμένη πρόσληψη τροφής μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο κακής ποιότητας διατροφής, ανεπαρκούς πρόσληψης θρεπτικών συστατικών και απώλειας μυϊκής μάζας σε ορισμένα άτομα.
Η συν-συγγραφέας, της μελέτης Δρ. Κάρα Ρουγγέριο από το Πανεπιστήμιο Cambridge, προσθέτει: «Η επισιτιστική ανασφάλεια παραμένει μια σημαντική πραγματικότητα στο Ηνωμένο Βασίλειο, επηρεάζοντας το 12% των νοικοκυριών. Τα πιο υγιεινά τρόφιμα τείνουν να κοστίζουν περισσότερο και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτό τον κρίσιμο παράγοντα-ειδικά σήμερα δεδομένης της γενικευμένης ακρίβειας που ροκανίζει το εισόδημα των πολιτών. Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι αυτές οι θεραπείες συνοδεύονται από την κατάλληλη υποστήριξη, συμπεριλαμβανομένων των συμβουλών για τη διατροφή και της υποστηριζόμενης πρόσβασης σε υγιεινά τρόφιμα».
Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα πως καθώς η χρήση των νέων θεραπειών κατά της παχυσαρκίας συνεχίζει να αυξάνεται, η διασφάλιση ότι όλοι οι ασθενείς μπορούν να έχουν πρόσβαση στην υποστήριξη που χρειάζονται για να τις χρησιμοποιούν με ασφάλεια και αποτελεσματικότητα θα καθίσταται μια ολοένα και πιο σημαντική προτεραιότητα δημόσιας υγείας.



