Tις πολλαπλές ανισότητες που καταγράφονται στην υγεία των Eλλήνων πολιτών και επικεντρώνεται σε τρεις κύριους άξονες που αφορούν την κατάσταση της υγείας του νοικοκυριού, τη (συνολική) δημόσια χρηματοδότηση της υγείας και το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων αναγκών υγείας στα νοικοκυριά, φανερώνει νέα έρευνα του ΙΟΒΕ.
Όπως επισημαίνει ο Αντώνης Μαυρόπουλος ανώτερος ερευνητής του ΙΟΒΕ, καταρχάς, οι πολίτες με χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα, τα φτωχότερα δηλαδή νοικοκυριά, έχουν χειρότερη υγεία γενικά και εμφανίζουν περισσότερα χρόνια νοσήματα- κάτι που οφείλεται σε μία πληθώρα παραγόντων όπως είναι η πολύ βαριά εργασία, η πιο ανθυγιεινή διατροφή, το αλκοόλ, το κάπνισμα και άλλοι παράγοντες.
Τα χρόνια νοσήματα αφορούν το 30% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο έναντι του 18% στο υψηλότερο τεταρτημόριο, ενώ οι οικονομικές ανισότητες που μεταφράζονται σε σημαντικές διαφορές στην κατάσταση υγείας αποτυπώνονται και στο προσδόκιμο της υγιούς ζωής.
Ο δεύτερος πυλώνας αφορά τις ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας όπου και εδώ διαπιστώνεται ότι τα άτομα που ανήκουν στα φτωχότερα νοικοκυριά έχουν πολύ περισσότερες ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας. Συγκεκριμένα το 32% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας έναντι του 10% στο υψηλότερο τεταρτημόριο.
Ο τρίτος πυλώνας αφορά την δημόσια χρηματοδότηση για την υγεία όπου στην Ελλάδα είμαστε πολύ χαμηλότερα σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης, με αποτέλεσμα η χώρα μας να καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Γενικά στην δημόσια δαπάνη για την υγεία είμαστε στις χαμηλότερες θέσεις της λίστας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ εκεί που πραγματικά είμαστε ουραγοί είναι η μακροχρόνια φροντίδα των ασθενών. Στον τομέα της μακροχρόνιας φροντίδας των ασθενών, η Ελλάδα καταλαμβάνει την δεύτερη θέση από το τέλος, με χειρότερη επίδοση να έχει μόνο η Σλοβακία που βρίσκεται τελευταία στη λίστα, όπως επισημαίνει ο ανώτερος ερευνητής του ΙΟΒΕ Αντώνης Μαυρόπουλος.



