Το υψηλός κόστος στέγασης και ενέργειας εγκλωβίζουν τους Έλληνες καταναλωτές σε έναν φαύλο κύκλο οικονομικής «πίεσης», παρά την αποκλιμάκωση των εισοδηματικών δεικτών ανισότητας και την ανάκαμψη του κατά κεφαλήν ΑΕΠ την τελευταία δεκαετία. Για μεγάλο μέρος των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει η οικονομική ανασφάλεια, οι περιορισμένες ευκαιρίες και η δυσκολία πρόσβασης σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
Σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι τα βγάζουν πέρα με δυσκολία, ποσοστό που αποκλίνει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σύμφωνα με την μελέτη του ΙΟΒΕ «Οι πολλαπλές πτυχές της Ανισότητας στην Ελλάδα» που παρουσιάστηκε σήμερα.
Η μελέτη, πέραν του εισοδήματος, εξετάζει συστηματικά πέντε ακόμη αλληλένδετους τομείς, την αγορά εργασίας, την εκπαίδευση, την υγεία, τη μακροχρόνια φροντίδα και τη στέγαση, με στόχο να αποτυπωθεί η πολλαπλή φύση της ανισότητας στην Ελλάδα.
- Δείτε επίσης: ΙΟΒΕ: Σε τρεις άξονες οι ανισότητες στην υγεία
Τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν ότι η ανισότητα στην Ελλάδα διατηρεί δομικά χαρακτηριστικά που η δεκαετία της ανάκαμψης δεν κατόρθωσε να αντιστρέψει. Πέραν των υφιστάμενων εισοδηματικών ανισοτήτων, η πρόσβαση σε εργασία, εκπαίδευση, υγεία, φροντίδα και στέγαση συνεχίζουν να εμφανίζουν χαρακτηριστικά τα οποία δυσχεραίνουν το βιοτικό επίπεδο ιδιαίτερα των φτωχότερων νοικοκυριών.
Στον τομέα της εισοδηματικής ανισότητας, η ανάκαμψη μετά το 2017 υπήρξε σχετικά ασύμμετρη, καθώς τα εργαζόμενα νοικοκυριά εισήλθαν σε τροχιά εισοδηματικής ανόδου, ενώ εκείνα που εξαρτώνται από κοινωνικές μεταβιβάσεις παρέμειναν ουσιαστικά στάσιμα. Μια από τις αιτίες είναι πως το εισόδημα από αυτοαπασχόληση παρουσιάζει διαχρονικά τον υψηλότερο δείκτη μεταξύ όλων των εισοδηματικών πηγών.

Περαιτέρω, η επίδραση των επιδομάτων παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι η Αττική, η περιφέρεια με το υψηλότερο μέσο εισόδημα νοικοκυριού, συνδυάζει παράλληλα έναν από τους υψηλότερους μέσους δείκτες, αναδεικνύοντας ότι μείωση ανισότητας και βελτίωση βιοτικού επιπέδου δεν ταυτίζονται απαραίτητα. Επιπλέον οι νέοι 16-24 ετών παραμένουν η ηλικιακή ομάδα με τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας, ενώ τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και οι οικογένειες με πολλά παιδιά συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο οικονομικής ευαλωτότητας.
Τα ευρήματα αυτά παραπέμπουν στην ανάγκη αναβάθμισης της θεσμικής προστασίας και διαφάνειας για επισφαλείς μορφές εργασίας, ενίσχυσης των επιδομάτων ως αυτόνομου αναδιανεμητικού εργαλείου και στοχευμένων παρεμβάσεων σύγκλισης σε περιφερειακό επίπεδο που θα ενισχύουν την παραγωγική βάση των περιφερειακών οικονομιών.
Η ανάκαμψη παράγει νέες ανισότητες
Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, έως το 2019 τα εισοδήματα για όλα τα νοικοκυριά κινούνται σχετικά παράλληλα, με τα άνεργα νοικοκυριά να διατηρούν σταθερά χαμηλότερο εισόδημα αλλά χωρίς να διευρύνεται ουσιαστικά η μεταξύ τους απόσταση. Από το 2020 και έπειτα η εικόνα αλλάζει: τα εργαζόμενα νοικοκυριά εισέρχονται σε τροχιά ανόδου, φτάνοντας τις €13.000 περίπου το 2025, ενώ τα άνεργα νοικοκυριά παραμένουν ουσιαστικά στάσιμα γύρω από τις €9.000. Το εύρημα αυτό έχει άμεσες επιπτώσεις στην ερμηνεία της εισοδηματικής ανισότητας της περιόδου.
Η αύξηση των μισθών λειτούργησε ως κύριος μοχλός βελτίωσης του μέσου εισοδήματος, αδυνατώντας ωστόσο να μεταφραστεί σε ουσιαστική βελτίωση για τα νοικοκυριά που εξαρτώνται από κοινωνικές μεταβιβάσεις. Η διαρκής αλλά και ολοένα και αυξανόμενη ψαλίδα μεταξύ εργαζόμενων και άνεργων νοικοκυριών υποδηλώνει ότι το σύστημα κοινωνικής προστασίας δεν κατάφερε να συμβαδίσει με τον ρυθμό ανόδου των αμοιβών, με αποτέλεσμα η ανάκαμψη να παράγει νέες μορφές ανισότητας ακόμη και εντός της περιόδου που επίσημα χαρακτηρίζεται ως περίοδος σύγκλισης.
Παράλληλα, ενώ οι μεσαίες και μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, και ιδίως η ομάδα 55-64, εμφανίζουν σαφή ανοδική τάση με αυξανόμενη απόσταση από τις υπόλοιπες κατηγορίες μετά το 2021, η νεότερη ομάδα (16-24) παραμένει σταθερά στα χαμηλότερα εισοδηματικά επίπεδα, χωρίς ίχνος σύγκλισης προς τις υπόλοιπες.
«Αγκάθι» το κόστος στέγασης
Στη στέγαση, η έντονη άνοδος των ενοικίων και η επιταχυνόμενη μετατόπιση χαμηλού εισοδήματος νοικοκυριών προς την ενοικίαση εισάγουν νέες πιέσεις στην ανισότητα, ενώ η άνοδος των τιμών ακινήτων διευρύνει τη διαγενεακή ανισότητα καθώς η πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση εξαρτάται ολοένα περισσότερο από κληρονομικές μεταβιβάσεις.
Η στεγαστική επισφάλεια δεν περιορίζεται στο άμεσο κόστος, καθώς συνδέεται με χαμηλότερες εκπαιδευτικές επιδόσεις και αδυναμία διατήρησης σταθερής απασχόλησης, διαμορφώνοντας έτσι έναν μηχανισμό που περιορίζει τη μακροπρόθεσμη κοινωνική κινητικότητα, υποδηλώνοντας ότι η ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού πλαισίου κοινωνικής κατοικίας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για να μη μετατραπεί η στεγαστική αγορά σε επιπλέον μηχανισμό αναπαραγωγής ανισοτήτων.
Η αγορά εργασίας παρουσιάζει μακροχρόνιες αδυναμίες που δρουν ως εμπόδια στην άμβλυνση των δεικτών ανισότητας. Το υψηλότερο μερίδιο αυτοαπασχόλησης στην Ευρώπη, η επίμονη μακροχρόνια ανεργία που ξεπερνά το 50% του άνεργου πληθυσμού, η χαμηλή συμμετοχή γυναικών και ατόμων με αναπηρία, και η περιορισμένη συνδικαλιστική πυκνότητα συνιστούν παράγοντες που ενισχύουν τη δομική ανισότητα και που δεν αντιστράφηκαν ουσιαστικά κατά την περίοδο ανάκαμψης.
Η σταδιακή μείωση της ανεπίσημης οικονομίας αποτελεί αναμφισβήτητα θετική εξέλιξη, αλλά τα επίπεδά της παραμένουν υψηλά σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η αντιμετώπιση αυτών των αδυναμιών προϋποθέτει μείωση των αντικινήτρων για μισθωτή απασχόληση, περαιτέρω μείωση της ανεπίσημης οικονομίας, ενίσχυση της συμμετοχής στην εργασία των ευάλωτων ομάδων, ενδυνάμωση της αντιπροσωπευτικότητας των θεσμών διαπραγμάτευσης, καθώς οι διανεμητικές επιδράσεις των παρεμβάσεων πολιτικής στην αγορά εργασίας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την αποτελεσματική και ανεξάρτητη λειτουργία των αρμόδιων θεσμών.
Στον τομέα της εκπαίδευσης, η διεύρυνση της πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αποτελεί θετική εξέλιξη, ωστόσο η σχετική διαγενεακή κινητικότητα παραμένει περιορισμένη, με παιδιά από χαμηλότερο κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο να έχουν συστηματικά μικρότερες πιθανότητες πρόσβασης σε σχολές υψηλής ζήτησης σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η ιδιωτική παραπαιδεία μεταφράζει τη διαφορά οικονομικής δυνατότητας σε διαφορά εκπαιδευτικής πρόσβασης.
Παράλληλα, η επαγγελματική εκπαίδευση, που θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό κανάλι κοινωνικής κινητικότητας, παραμένει υποβαθμισμένη. Ως κύριες κατευθύνσεις πολιτικής αναδεικνύονται η ενίσχυση της προσχολικής αγωγής, η αναβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και η βελτίωση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ειδικά σε υποβαθμισμένες περιοχές της χώρας.
Στον τομέα της υγείας, η κοινωνικοοικονομική θέση διαμορφώνει με συστηματικό τρόπο τόσο την κατάσταση υγείας όσο και τις δυνατότητες πρόσβασης σε υπηρεσίες, με τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα να εμφανίζουν χειρότερη αυτό-αξιολογούμενη υγεία και σημαντικά υψηλότερα ποσοστά ανεκπλήρωτων αναγκών. Τα υψηλά ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας δημιουργούν εμπόδια πρόσβασης που δεν αντιμετωπίζονται επαρκώς από το δημόσιο σύστημα, αντανακλώντας τόσο τη διαχρονικά περιορισμένη ανάπτυξη της δημόσιας πρωτοβάθμιας φροντίδας όσο και στρεβλώσεις στην κατανομή των δημόσιων πόρων που ευνοούν την αποσπασματική και συχνά δαπανηρότερη χρήση υπηρεσιών, όπως η αντιμετώπιση έναντι της πρόληψης. Υπό αυτή την οπτική, η ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και η μείωση της εξάρτησης από τις ιδιωτικές πληρωμές αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων στην υγεία.

Στη μακροχρόνια φροντίδα, η εξάρτηση από την άτυπη, οικογενειακή φροντίδα μεταφέρει σημαντικό οικονομικό και χρονικό κόστος στα νοικοκυριά, επιτείνοντας μεταξύ άλλων και τις έμφυλες ανισότητες στην αγορά εργασίας, σε μια χώρα που αναμένεται να αντιμετωπίσει μερικές από τις εντονότερες δημογραφικές πιέσεις τις επόμενες δεκαετίες. Η περιορισμένη δημόσια κάλυψη και η απουσία ενός συνεκτικού συστήματος κοινοτικής φροντίδας υποδηλώνουν ότι, χωρίς ουσιαστική επένδυση στην ανάπτυξη καθολικά προσβάσιμων υπηρεσιών, η αυξανόμενη ζήτηση φροντίδας που θα επιφέρει η γήρανση του πληθυσμού κινδυνεύει να ενισχύσει περαιτέρω τις κοινωνικές και διαγενεακές ανισότητες, ιδίως για τα νοικοκυριά που δεν διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να καλύψουν ιδιωτικά το κόστος φροντίδας.
Συστάσεις ΙΟΒΕ
Συνθέτοντας τα ευρήματα, αναδύεται μια εικόνα στην οποία οι τομεακές ανισότητες δεν λειτουργούν ανεξάρτητα αλλά αλληλοτροφοδοτούνται: η χαμηλή εκπαιδευτική επίδοση περιορίζει τις προοπτικές στην αγορά εργασίας, η επισφαλής εργασία επιτείνει τη στεγαστική επιβάρυνση, η ανεπαρκής πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και φροντίδας αυξάνουν την οικονομική εξάρτηση, ενώ η συσσώρευση αυτών των μειονεκτημάτων σε συγκεκριμένες ομάδες, νέους, γυναίκες, μονογονεϊκά νοικοκυριά, αυτοαπασχολούμενους χαμηλών εισοδημάτων και άτομα με αναπηρία, λειτουργεί σωρευτικά με αποτέλεσμα οι αντιλήψεις αλλά και το βιοτικό επίπεδο αυτών των ομάδων να είναι ιδιαίτερα δυσχερή.
Η ανάκαμψη του τελευταίου διαστήματος, παρότι ουσιαστική, δεν κατόρθωσε να αντιστρέψει αυτές τις δομικές ασυμμετρίες, γεγονός που παραπέμπει στο κεντρικό συμπέρασμα της μελέτης: η εισοδηματική ανισότητα στην Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο μέσω της οικονομικής μεγέθυνσης, ούτε μέσω μεμονωμένων τομεακών παρεμβάσεων. Η αποτελεσματικότητα των κατευθύνσεων πολιτικής που αναδεικνύει η ανάλυση εξαρτάται από τη λειτουργία ισχυρών και ανεξάρτητων θεσμών, από επενδύσεις σε δεδομένα και αξιολόγηση, και από την ανάπτυξη ενός τεκμηριωμένου κοινωνικού διαλόγου που να αντιμετωπίζει την ανισότητα στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά.
Τα βασικά ευρήματα της νέας μελέτης του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών - ΙΟΒΕ παρουσίασε σε ειδική εκδήλωση ο κ. Αντώνης Μαυρόπουλος, Ανώτερος Ερευνητής του ΙΟΒΕ, ενώ ομιλία για τις τάσεις ανισοτήτων στην Ευρώπη πραγματοποίησε ο κ. Jonathan Cribb, Deputy Director του Institute for Fiscal Studies (IFS) του Λονδίνου.
Ακολούθησε συζήτηση με τη συμμετοχή του κ. Πάνου Τσακλόγλου, Καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην Υφυπουργού Εργασίας και μέλους του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, της κ. Ειρήνης Ανδριοπούλου, Ανώτερης Οικονομολόγου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, και της κ. Νίκης Καλαβρέζου, Research Team Leader στο European Centre for Social Welfare Policy and Research της Βιέννης. Τον συντονισμό της εκδήλωσης είχε ο Νίκος Βέττας, Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ και Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.



