Ο ελληνικός τουρισμός κατέγραψε ιστορικά υψηλές επιδόσεις τόσο σε αφίξεις όσο και σε εισπράξεις επί τρία διαδοχικά έτη, από το 2023 έως και το 2025, μετά την ταχεία ανάκαμψη που ακολούθησε την πανδημία, τόσο σε αφίξεις όσο και σε εισπράξεις επί τρία διαδοχικά έτη, από το 2023 έως και το 2025, όπως επισημαίνει το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank.
Ωστόσο, η αξιοσημείωτη άνοδος του ελληνικού τουρισμού μετά την πανδημία, δεν αποτυπώθηκε με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις περιφέρειες της χώρας, ενώ όσο αφορά τις χώρες που κινούν την τουριστική άνοδο της Ελλάδας, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένουν οι σημαντικότερες χώρες προέλευσης επισκεπτών, ενισχύοντας περαιτέρω τη συμβολή τους στον ελληνικό τουρισμό.
Όπως αναφέρει η Alpha Bank, σε σύγκριση με τα προ πανδημίας επίπεδα-ρεκόρ του 2019, οι τουριστικές αφίξεις αυξήθηκαν κατά 21% έως το 2025, ενώ οι ταξιδιωτικές εισπράξεις ενισχύθηκαν κατά 28%. Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο της Ελλάδας στις παγκόσμιες τουριστικές αφίξεις αυξήθηκε από 2,1% το 2019 σε 2,5% το 2025. Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν και η δυναμική της κρουαζιέρας, με τις αφίξεις και τις εισπράξεις να έχουν διπλασιαστεί σε σχέση με το 2019, διαμορφούμενες επίσης σε ιστορικά υψηλά επίπεδαiii. Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε και κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά σχεδόν 15% σε ετήσια βάση (Γράφημα 1), ενώ οι τουριστικές αφίξεις ενισχύθηκαν κατά 15,4%. Παράλληλα, παρά την οριακή υποχώρησή της σε σχέση με το αντίστοιχο εξάμηνο του 2025, η μέση δαπάνη ανά ταξίδι παρέμεινε κατά 12% υψηλότερη έναντι των επιπέδων του 2019. Τα διαθέσιμα στοιχεία για τις αεροπορικές αφίξεις υποδηλώνουν ότι η θετική δυναμική διατηρήθηκε τον Ιούλιο, καθώς η διεθνής επιβατική κίνηση αυξήθηκε κατά 5,3% σε ετήσια βάση στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνώνiv και κατά 5,2% στα περιφερειακά αεροδρόμιαv.
H αξιοσημείωτη άνοδος του ελληνικού τουρισμού μετά την πανδημία, ωστόσο, δεν αποτυπώθηκε με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις περιφέρειες της χώρας. Ορισμένοι προορισμοί ενίσχυσαν αισθητά τη θέση τους, ενώ άλλοι κατέγραψαν πιο συγκρατημένες επιδόσεις. Παράλληλα, η αύξηση των τουριστικών ροών δεν προήλθε αποκλειστικά από τις παραδοσιακές χώρες προέλευσης, αλλά υποστηρίχθηκε και από την ενίσχυση αναδυόμενων αγορών, οι οποίες αύξησαν σταδιακά το μερίδιό τους στον εισερχόμενο τουρισμό της χώρας.
Στο παρόν Δελτίο παρουσιάζεται η εξέλιξη των βασικών μεγεθών του ελληνικού τουρισμού την περίοδο 2019-2025, με έμφαση στις διαφοροποιήσεις ανά περιφέρεια και χώρα προέλευσης. Τα βασικά συμπεράσματα είναι τα ακόλουθα:

• Η Αττική αναδείχθηκε ως η πλέον ωφελημένη περιφέρεια της μεταπανδημικής περιόδου, αυξάνοντας σημαντικά το μερίδιό της τόσο στις επισκέψεις όσο και στις ταξιδιωτικές εισπράξεις.
• Το Νότιο Αιγαίο και η Κρήτη διατηρούν την κυρίαρχη θέση τους, συνεχίζοντας να απορροφούν σημαντικό μέρος της τουριστικής ζήτησης. Παράλληλα, αναδεικνύονται νέοι δυναμικοί προορισμοί, όπως η Ήπειρος, με υψηλούς ρυθμούς αύξησης των επισκέψεων ταξιδιωτών και των αντίστοιχων εισπράξεων.
• Η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένουν οι σημαντικότερες χώρες προέλευσης επισκεπτών, ενισχύοντας περαιτέρω τη συμβολή τους στον ελληνικό τουρισμό. Την παρουσία τους ωστόσο διευρύνουν και αναδυόμενες αγορές, όπως η Αλβανία, η Ισπανία και ορισμένες σκανδιναβικές χώρες.
Οι Περιφέρειες που Ενίσχυσαν τη Θέση τους στον Ελληνικό Τουρισμό μετά το 2019
Η Αττική και η Ήπειρος συγκαταλέγονται στις περιφέρειες με τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση την τελευταία εξαετία, σε όρους τόσο ταξιδιωτικών εισπράξεων, όσο και επισκέψεων (βλ. σημείωση). Ειδικότερα, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις στην Αττική το 2025 ήταν αυξημένες κατά 125% σε σχέση με το 2019, ενώ οι επισκέψεις τουριστών ενισχύθηκαν κατά 64% (Γράφημα 2). Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο της εν λόγω περιφέρειας στο σύνολο των ταξιδιωτικών εισπράξεων αυξήθηκε σε 26% από 15% πριν από την πανδημία, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο στις επισκέψεις διαμορφώθηκε σε 23%, έναντι 16% το 2019. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται αφενός με την αυξανόμενη ελκυστικότητα της Αθήνας ως προορισμού αστικού τουρισμού (city break) και αφετέρου με τη σημαντική αναβάθμιση των τουριστικών υποδομών και την ανάπτυξη της αγοράς βραχυχρόνιας μίσθωσης. Ενδεικτικά, τα ξενοδοχεία τεσσάρων και πέντε αστέρων στην Αττική αυξήθηκαν από κοινού κατά 30% μεταξύ 2019 και 2025i, ενώ κατά το ίδιο ποσοστό αυξήθηκαν τα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης μεταξύ 2019 και 2024ii. Η συνδυαστική επίδραση των ανωτέρω παραγόντων συμβάλλει στη διεύρυνση της τουριστικής δραστηριότητας πέραν των θερινών μηνών και επομένως στον περιορισμό της εποχικότητας.
Στην Ήπειρο, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 57% και οι επισκέψεις κατά 69% το 2025 σε σχέση με το 2019, γεγονός που, σε κάποιο βαθμό, συνδέεται με τη μεγάλη άνοδο των τουριστικών ροών από την Αλβανία. Παρά τη σημαντική αυτή άνοδο, η περιφέρεια εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει σχετικά μικρό ποσοστό του συνόλου του ελληνικού τουρισμού, με μερίδιο περίπου 4% στις επισκέψεις και 2% στις ταξιδιωτικές εισπράξεις. Το Νότιο Αιγαίο και η Κρήτη, δύο από τις σημαντικότερες τουριστικές περιφέρειες της χώρας, οι οποίες απορροφούν συνολικά το ένα τρίτο των επισκέψεων μη κατοίκων και συνεισφέρουν σχεδόν το ήμισυ των ταξιδιωτικών εισπράξεων, ενίσχυσαν περαιτέρω τις επιδόσεις τους την τελευταία εξαετία.

Στον αντίποδα, σε ορισμένες περιφέρειες της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως η Δυτική Μακεδονία, η Θεσσαλία και η Δυτική Ελλάδα, αλλά και το Βόρειο Αιγαίο, τα τουριστικά μεγέθη εξακολουθούν να κινούνται κάτω από τα προ πανδημίας επίπεδα, γεγονός που υποδηλώνει ότι τα οφέλη της τουριστικής ανάκαμψης δεν κατανέμονται ομοιόμορφα σε όλη τη χώρα. Στη Δυτική Μακεδονία, οι απώλειες φαίνεται να συνδέονται κυρίως με τη μειωμένη κίνηση από βαλκανικές αγορές, όπως η Ρουμανία και η Βουλγαρία, παρά την ενίσχυση των επισκέψεων και των εισπράξεων από την Αλβανία. Επιπρόσθετα, στη Δυτική Μακεδονία, τη Θεσσαλία και το Βόρειο Αιγαίο καταγράφεται μεταξύ 2019 και 2025 ήπια μείωση του ξενοδοχειακού δυναμικού. Ωστόσο, η μεταβολή αυτή συνοδεύεται από ενδείξεις ποιοτικής αναβάθμισης, με αυξημένο αριθμό κλινών και δωματίων υψηλότερης κατηγορίας (τεσσάρων και πέντε αστέρων) και περιορισμό των χαμηλότερων κατηγοριών.
Συνολικά, οι εξελίξεις αυτές αντανακλούν τόσο τις μεταβολές στις προτιμήσεις των ταξιδιωτών όσο και τη διαφοροποιημένη αναπτυξιακή δυναμική των επιμέρους προορισμών στη μεταπανδημική περίοδο. Στο πλαίσιο αυτό, έργα που υλοποιούνται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας όπως η αναβάθμιση ορεινών υποδομών, επενδύσεις σε τουριστικούς λιμένες, ιαματικές εγκαταστάσεις, καταδυτικά πάρκα και προσβάσιμες παραλίες, αναμένεται να ενισχύσουν την ελκυστικότητα λιγότερο ανεπτυγμένων προορισμών και να συμβάλουν σε μια πιο ισόρροπη γεωγραφική διάχυση της τουριστικής δραστηριότητας.
Οι αγορές που κινούν την τουριστική άνοδο της Ελλάδας
Η εικόνα ήταν θετική για τις περισσότερες ευρωπαϊκές αγορές, οι οποίες κατέγραψαν άνοδο στις τουριστικές ροές και τα σχετικά έσοδα (Γράφημα 3). Πιο αναλυτικά, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι δύο σημαντικότερες αγορές για τον ελληνικό τουρισμό, ενίσχυσαν περαιτέρω τη θέση τους κατά την περίοδο μετά την πανδημία. Το 2025, οι αφίξεις από τις δύο χώρες ήταν αυξημένες κατά 48% και 40%, αντίστοιχα, σε σχέση με το 2019. Ως αποτέλεσμα, το συνολικό μερίδιό τους στις αφίξεις ανήλθε στο 29%, καταγράφοντας άνοδο σε σύγκριση με τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας. Αντίστοιχα θετική ήταν και η πορεία των ταξιδιωτικών εισπράξεων, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 28% για τη γερμανική αγορά και κατά 46% για την αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου. Παράλληλα, η Ιταλία και η Γαλλία διατήρησαν τη σημαντική συμβολή τους, παρουσιάζοντας επίσης αξιόλογη αύξηση τόσο στις αφίξεις όσο και στις ταξιδιωτικές εισπράξεις την ίδια περίοδο.

Τις υψηλότερες αυξήσεις την περίοδο 2019-2025 σε όρους εισπράξεων κατέγραψαν η Σουηδία, η Δανία, οι ΗΠΑ και η Αλβανία. Οι αφίξεις από καθεμία από τις δύο σκανδιναβικές χώρες αυξήθηκαν κατά περίπου 50%, ενώ οι αντίστοιχες ταξιδιωτικές εισπράξεις διπλασιάστηκαν. Παρά το γεγονός ότι τα μερίδιά τους παραμένουν σχετικά περιορισμένα, έχουν ενισχυθεί την τελευταία εξαετία, ιδίως ως προς τη συμμετοχή τους στις συνολικές ταξιδιωτικές εισπράξεις. Παράλληλα, η Αλβανία αναδείχθηκε σε μία από τις πλέον δυναμικές αγορές για τον ελληνικό τουρισμό, καταλαμβάνοντας την έβδομη θέση ως προς το μερίδιο στις συνολικές αφίξεις. Οι ΗΠΑ -η πιο σημαντική αγορά μεγάλων αποστάσεων (long haul)- ενίσχυσαν περαιτέρω τη θέση τους, ενώ η Ισπανία σχεδόν διπλασίασε τις αφίξεις της προς την Ελλάδα -αν και το μερίδιό της παραμένει σχετικά χαμηλό (1,5%)- και αύξησε τις ταξιδιωτικές εισπράξεις κατά 46%. Αντίθετα, οι αγορές του Καναδά και της Αυστραλίας, καθώς και της Κύπρου, δεν έχουν ακόμη επανέλθει στα προ πανδημίας επίπεδα, ενώ η ρωσική αγορά έχει συρρικνωθεί δραστικά μετά το 2022.
Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες του ΙΝΣΕΤΕi, οι long haul αγορέςii προσφέρουν σημαντικές δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης για τον κλάδο, χάρη στην υψηλή ζήτηση για ταξίδια μεγάλων αποστάσεων και διάρκειας, αλλά και στην αυξανόμενη αναγνωρισιμότητα της Ελλάδας. Η αξιοποίηση των προοπτικών αυτών προϋποθέτει στοχευμένη στρατηγική ανά αγορά, ενίσχυση της συνδεσιμότητας και ανάδειξη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας, όπως ο πολιτισμός, η γαστρονομία, ο παράκτιος τουρισμός, η φύση κ.λπ.
Τεχνητή νοημοσύνη και προκλήσεις για τη νομισματική πολιτική
Η Τεχνητή Νοημοσύνη (Artificial Intelligence – AI) εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους δομικούς παράγοντες που μετασχηματίζουν το παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον. Οι επιδράσεις της διαχέονται στην παραγωγικότητα, τις επενδύσεις, το διεθνές εμπόριο, τις αγορές κεφαλαίου και την αγορά εργασίας, επηρεάζοντας μέχρι και τις συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνονται οι αποφάσεις για τη χάραξη νομισματικής πολιτικής. Σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (Bank for International Settlements – BIS), οι παγκόσμιες κεφαλαιουχικές δαπάνες (CapEx) που συνδέονται με την AI αναμένεται να εκτοξευθούν από τα περίπου 500 δισ. δολάρια, επίπεδο στο οποίο βρίσκονται σήμερα, στα 3-4 τρισ. δολάρια έως το 2030 (BIS Bulletin, AI and the global economy: implications for central banks, 28 July 2026) (Γράφημα 4).
Ως εκ τούτου, η σημασία της τεχνητής νοημοσύνης δεν αποτελεί μόνο μια τεχνολογική καινοτομία, αλλά και ένα διπλό σοκ που επηρεάζει με την ταχύτατη ανάπτυξή της τόσο τη ζήτηση όσο και την προσφορά στην οικονομία. Από την πλευρά της ζήτησης, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να έχει θετική επίδραση στις επενδύσεις, στις αποτιμήσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και στην κατανάλωση. Από την πλευρά της προσφοράς μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα και να μειώσει το κόστος παραγωγής. Σε σχέση με τη νομισματική πολιτική, ο συνδυασμός αυτός δυσκολεύει την αξιολόγηση της πραγματικής πορείας της οικονομίας και καθιστά πιο απαιτητική τη χάραξή της από τις Κεντρικές Τράπεζες.
Τα ερωτήματα για το σχεδιασμό της νομισματικής πολιτικής
Πραγματική εικόνα για τη δυναμική της οικονομία: Η διπλή επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης στην οικονομία καθιστά δυσκολότερη την εκτίμηση βασικών μεγεθών, όπως το δυνητικό ΑΕΠ, το παραγωγικό κενό, το άριστο επιτόκιο παρέμβασης και το φυσικό ποσοστό ανεργίας. Για τις Κεντρικές Τράπεζες το βασικό ερώτημα είναι αν η ισχυρότερη ανάπτυξη προέρχεται από την πραγματική αύξηση της παραγωγικότητας ή από μια προσωρινή επενδυτική έκρηξη και άνοδο των τιμών των περιουσιακών στοιχείων.
Αβεβαιότητα για τα επιτόκια: Η BIS επισημαίνει ότι είναι απαραίτητη η ορθή εκτίμηση των επιπτώσεων της AI, ώστε να μην υπάρξουν αστοχίες στο σχεδιασμό της νομισματικής πολιτικής. Εάν οι Κεντρικές Τράπεζες υπερεκτιμήσουν τα οφέλη στην παραγωγικότητα, ενδέχεται να διατηρήσουν τα επιτόκια χαμηλότερα από όσο απαιτείται, προκαλώντας υπερθέρμανση της οικονομίας. Αντίστροφα, εάν υποτιμήσουν τις δομικές τεχνολογικές αλλαγές ελλοχεύει ο κίνδυνος υπερβολικά περιοριστικής νομισματικής πολιτικής.
Χρονικός ορίζοντας των επιδράσεων στον πληθωρισμό: Η τελική επίδραση της AI στον πληθωρισμό είναι αβέβαιη. Βραχυπρόθεσμα μπορεί να δημιουργήσει πληθωριστικές πιέσεις, μέσα από την άνοδο των επενδύσεων και της κατανάλωσης, πιέζοντας τις τιμές προς τα πάνω . Μακροπρόθεσμα, όμως, τα οφέλη στην παραγωγικότητα ενδέχεται να μειώσουν το κόστος εργασίας και να αυξήσουν τη συνολική προσφορά αγαθών και υπηρεσιών, λειτουργώντας αποπληθωριστικά.
Οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα αποτελούν ένα ακόμη πεδίο μελέτης: Η έντονη αισιοδοξία γύρω από την AI οδηγεί σε ισχυρή άνοδο των επενδύσεων σε κέντρα δεδομένων, ημιαγωγούς και ψηφιακές υποδομές. Η BIS εκτιμά ότι οι σχετικές δαπάνες έχουν ήδη προσεγγίσει το 1% του ΑΕΠ σε οικονομίες με μεγαλύτερη έκθεση στην τεχνολογία. Εάν οι συγκεκριμένες προσδοκίες αποδειχθούν υπερβολικές, δεν μπορεί να αποκλειστεί μια απότομη αναπροσαρμογή στις αποτιμήσεις των αγορών (BIS Bulletin, AI and the global economy: implications for central banks, 28 July 2026).
Οι κίνδυνοι από την τεχνολογική συγκέντρωση και εξάρτηση: Η ανάπτυξη της AI εξαρτάται από περιορισμένο αριθμό παρόχων υπολογιστικής ισχύος, υπηρεσιών cloud και μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Η συγκέντρωση αυτή σε λίγους κρίσιμους παρόχους τεχνολογίας στη σχετική αγορά δημιουργεί νέους συστημικούς κινδύνους και αυξάνει την εξάρτηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος .
Κυβερνοασφάλεια και επιχειρησιακοί κίνδυνοι: Η αυξανόμενη αυτοματοποίηση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών μπορεί να αυξήσει τις πιθανότητες έκθεσης σε κυβερνοεπιθέσεις. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) προειδοποιεί ότι η αξιοποίηση της AI μπορεί να αυξήσει την ταχύτητα και την κλίμακα διάδοσης επιχειρησιακών διαταραχών, καθιστώντας την ανθεκτικότητα των ψηφιακών υποδομών κρίσιμο παράγοντα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (IMF Blog. How Central Banks Can Contain Financial Stability Risks as AI Accelerates Change, July 2026).
Τέλος, όταν πολλαπλά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα χρησιμοποιούν παρόμοια υποδείγματα ΑΙ και μεγάλα γλωσσικά μοντέλα για την ανάλυση των δεδομένων της αγοράς, αυξάνεται η πιθανότητα αυτά να παράγουν ταυτόσημες εντολές αγοράς ή πώλησης περιουσιακών στοιχείων. Σε περιόδους αναταραχής, αυξάνεται έτσι ο κίνδυνος «συμπεριφοράς της αγέλης» (herding), ο οποίος μπορεί να προκαλέσει αστραπιαία κατάρρευση τιμών (flash crashes). Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι μελλοντικά επεισόδια αστραπιαίας κατάρρευσης θα οφείλονται λιγότερο σε ανθρώπινα λάθη και περισσότερο σε μαζικές, παράλληλες αντιδράσεις αυτόνομων αλγορίθμων AI. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι επιπτώσεις για τις Κεντρικές Τράπεζες θα είναι η αυξημένη μεταβλητότητα στις αγορές και η ταχύτερη μετάδοση κρίσεων (IMF Blog. How Central Banks Can Contain Financial Stability Risks as AI Accelerates Change, July 2026).



