Άμεσα εξαρτώμενες από τη διάρκεια της κρίσης στη Μέση Ανατολή θα είναι οι συνέπειες στον Τουρισμό με τα δυσμενή σενάρια - αυτά που λαμβάνουν υπόψη τους μια παρατεταμένη κρίση - να προβλέπουν έως και 38 εκατομμύρια λιγότερους διεθνείς επισκέπτες το 2026 - αριθμός που μεταφράζεται σε μείωση 27% σε ετήσια βάση - καθώς και απώλειες περίπου 56 δισ. δολαρίων στα έσοδα παγκοσμίως, μέσα στο τρέχον έτος. Παρότι μάλιστα ο μεγαλύτερος αντίκτυπος θα αφορά στις περιοχές του Κόλπου, οι επιπτώσεις δεν θα περιοριστούν εκεί, αλλά θα επεκταθούν και στην Ευρώπη και κατ’ επέκταση και στην Ελλάδα, λόγω της κομβικής τοποθεσίας της περιοχής αλλά και των αλυσιδωτών αλλαγών που επιφέρει η σύγκρουση.
Το παραπάνω υπογραμμίζει σε πρόσφατη ανάλυση της και η Oxford Economics, εξετάζοντας δύο πιθανά σενάρια που επικεντρώνονται κατά κύριο λόγο στη διάρκεια της σύγκρουσης. Το πρώτο προβλέπει μια «γρήγορη επίλυση» της κατάστασης όπου η σύγκρουση κρατά 1 έως 3 εβδομάδες ενώ το δεύτερο - δυσμενές - λαμβάνει υπόψη του μια σύγκρουση διάρκειας δύο μηνών, καθώς όπως επισημαίνει το Ιράν δεν θα αντέξει περισσότερο.
Το σενάριο γρήγορης επίλυσης και το σενάριο της παρατεταμένης σύγκρουσης
Στο σενάριο γρήγορης επίλυσης, η Oxford Economics εκτιμά ότι οι εισερχόμενες αφίξεις στη Μέση Ανατολή θα μπορούσαν να μειωθούν κατά 11% σε ετήσια βάση το τρέχον έτος, ποσοστό που αντιστοιχεί σε απώλεια 23 εκατομμυρίων διεθνών επισκεπτών, σε σχέση με το προ σύγκρουσης σενάριο (Δεκεμβρίου) όπου προέβλεπε ανάπτυξη. Σε οικονομικούς όρους η προαναφερθείσα μείωση των τουριστικών ροών μεταφράζεται σε απώλειες περίπου 34 δισ. δολαρίων μέσα στο έτος, με τις χώρες εκτός του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) και ειδικά το Ιράν και το Ισραήλ να εμφανίζουν μεγαλύτερες μειώσεις σε ποσοστιαία βάση, δεδομένου ότι οι αρχικές εκτιμήσεις προέβλεπαν ανάκαμψη. Μπαχρέιν, Κουβέιτ και Σαουδική Αραβία δε, θα είναι χώρες που επίσης θα δουν μεγάλη μείωση των τουριστικών τους ροών.
Στην περίπτωση μιας παρατεταμένης σύγκρουσης τώρα, οι προβλέψεις κάνουν λόγο για απώλειες 38 εκατ. διεθνών επισκεπτών το 2026 - μια μείωση δηλαδή 27% σε ετήσια βάση, η οποία σε όρους δαπανών, μεταφράζεται σε απώλεια περίπου 56 δισ. δολαρίων. Σε αυτό το σενάριο, η περιοχή του GCC καταγράφει τις μεγαλύτερες απώλειες σε όγκο επισκεπτών, με την μείωση να υπολογίζεται σε 26% στις διανυκτερεύσεις σε ετήσια βάση.
Οι επιπτώσεις στο κόστος του ταξιδιού και στην ψυχολογία των ταξιδιωτών
Και στις δύο περιπτώσεις βέβαια, η γύρω περιοχή δεν φαίνεται να μένει ανεπηρέαστη, δεδομένης της γεωγραφικής θέσης των χωρών που εμπλέκονται. Υπενθυμίζεται ότι σε παγκόσμιο επίπεδο, η Μέση Ανατολή διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ως κόμβος διερχόμενων επιβατών, με περίπου 14% των επιβατών παγκοσμίως να έχουν ανταπόκριση στην περιοχή.
Ήδη το κλείσιμο του εναέριου χώρου έχει υπάρξει εκτεταμένο στην περιοχή, με τα αεροπλάνα να μην πετούν πάνω από το Ιράν, το Ισραήλ, το Ιράκ, το Κατάρ, το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ και τη Συρία, ενώ μερικοί περιορισμοί υφίστανται και για τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία. Σύμφωνα με το Flightradar24, περισσότερες από 5.000 πτήσεις ακυρώθηκαν την Κυριακή και τη Δευτέρα, με τον αριθμό να αυξάνει καθώς παρατείνονται τα κλεισίματα του εναέριου χώρου.
Παράλληλα οι τρεις βασικές αεροπορικές της περιοχής, Emirates (Ντουμπάι), Qatar Airways (Ντόχα) και Etihad Airways (Αμπού Ντάμπι) θεωρούνται κρίσιμες για τις διεθνείς ροές μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Ωκεανίας, επηρεάζοντας κατ' επέκταση τη συνδεσιμότητα μεγάλων αποστάσεων σημαντικά. Όπως επισημαίνει και η μελέτη, πτήσεις ευρωπαϊκών και ασιατικών αεροπορικών εταιρειών αναγκάζονται ήδη να αλλάξουν διαδρομή για να αποφύγουν τον κλειστό εναέριο χώρο. Οι νέες διαδρομές δε, συνεπάγονται μεγαλύτερους χρόνους πτήσης, αυξημένη κατανάλωση καυσίμων και υψηλότερο κόστος. Υπό το πρίσμα του αυξημένου κόστους και της μειωμένης αποδοτικότητας μάλιστα, η Oxford Economics, δεν αποκλείει να υπάρξουν ακυρώσεις ορισμένων δρομολογίων, αλλά και επιβάτες που δεν θα επιλέξουν να ταξιδέψουν λόγω αυξημένου κόστους. Αποτρεπτικά λειτουργούν βέβαια και οι μεγαλύτεροι χρόνοι ταξιδιού και οι ανησυχίες για την ασφάλεια. Κι αυτά όταν ήδη οι αεροπορικοί διάδρομοι έχουν περιοριστεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια λόγω της σύγκρουσης Ρωσίας–Ουκρανίας.
Παράγοντας που μπορεί να εκτοξεύσει το κόστος και κατ' επέκταση να επηρεάσει την διάθεση για ταξίδια εν γένει, είναι και η άνοδος της τιμής του πετρελαίου. Όπως επισημαίνει η Oxford Economics, οι προειδοποιήσεις του Ιράν προς τα πλοία να αποφεύγουν τη διέλευση από το Στενό του Ορμούζ οδήγησαν σε απότομη άνοδο των τιμών, όταν από το συγκεκριμένο στενό περνά περίπου το 20% των παγκόσμιων μεταφορών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Καθώς η ναυσιπλοΐα έχει ουσιαστικά παγώσει λόγω του αυξημένου κινδύνου, η Oxford Economics υπολογίζει ότι η τιμή του πετρελαίου θα κινηθεί γύρω στα 80 δολάρια το βαρέλι στο δεύτερο τρίμηνο, πριν υποχωρήσει στα 60 δολάρια μέχρι το τέλος του έτους. Ακόμα κι αν οι αεροπορικές εταιρείες χρησιμοποιήσουν στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου (hedging), δεν θα μπορέσουν να προστατευτούν πλήρως από τις αυξήσεις.
Η συνθήκη αφορά βέβαια και την χώρα μας, η οποία τα τελευταία χρόνια δέχεται το μεγαλύτερο μέρος των τουριστών της αεροπορικώς ενώ έχει πραγματοποιήσει άνοιγμα στη Μέση Ανατολή, με τις ροές από τις εκεί περιοχές αλλά και από το Ισραήλ να θεωρούνται πλέον υπολογίσιμες, παρότι δεν φτάνουν τα ποσοστά των ευρωπαϊκών.
Ο παράγοντας κρουαζιέρα
Πρόσθετος παράγοντας ανασφάλειας βέβαια για τις φετινές τουριστικές επιδόσεις, είναι και η κρουαζιέρα, η οποία επίσης έχει ενισχυθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια, εισφέροντας αξιοσημείωτο μέρος των τουριστικών εσόδων. Ήδη ο επίτιμος πρόεδρος της Ένωσης Εφοπλιστών Κρουαζιέρας και Φορέων Ναυτιλίας, Θεόδωρος Κόντες, σε ενημέρωσή του κάνει λόγο για αναθεώρηση των αρχικών προβλέψεων για την πορεία του κλάδου του 2026.
«Οι εξελίξεις στην Μέση Ανατολή τα τελευταία 24ωρα και οι εχθροπραξίες μεταξύ Ιράν – Αμερικής – Ισραήλ που επηρεάζουν την ευρύτερη περιοχή, έχουν τρομοκρατήσει την πελατεία του τουρισμού τόσο για την εκεί περιοχή όσο και ευρύτερα για την Ανατολική Μεσόγειο, την χώρα μας και την Τουρκία, η οποία συνορεύει και με το Ιράν» αναφέρει χαρακτηριστικά.
Καθώς τα γεγονότα εξελίσσονται σε μια περίοδο που ξεκινούν τα προγράμματα στους τουριστικούς προορισμούς αλλά και αυτά στον τομέα της κρουαζιέρας, η ανησυχία, σύμφωνα με τον κ. Κόντε, είναι έκδηλη. «Επανεξετάζοντας τις αγορές που μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα, Αμερική, Ισραήλ, Τουρκία, Ευρώπη αλλά και Σαουδική Αραβία - Μέση Ανατολή οι οποίες αποτελούν δυνατούς πελάτες της τουριστικής βιομηχανίας διαπιστώνουμε ότι υπάρχει μεγάλος προβληματισμός από τους tour operators όσον αφορά στις κρουαζιέρες».
Υπό αυτό το πρίσμα, σύμφωνα με τον ίδιο, οι πρόσφατες προβλέψεις μας για το έτος 2026 στον τομέα της κρουαζιέρας που ήταν αύξηση της τάξης του 4-5% συγκριτικά με το έτος 2025, φαίνεται ότι χρειάζεται να αναθεωρηθούν. Ιδιαίτερα αν οι εχθροπραξίες αυτές συνεχισθούν για αρκετό χρονικό διάστημα, όσο πλησιάζουμε την τουριστική περίοδο. Σε αυτή την περίπτωση θα επηρεαστούν σε μεγάλο βαθμό τα προγράμματα της Ανατολικής Μεσογείου που συμπεριλαμβάνουν Αίγυπτο, Ισραήλ, Τουρκία και άλλους προορισμούς στην περιοχή, οπότε θα πρέπει να είμαστε αρκετά ικανοποιημένοι, αν, ίσως, διατηρήσουμε τα αποτελέσματα του 2025» επισημαίνει χαρακτηριστικά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για το τρέχον έτος είχαν προγραμματιστεί αρκετά νέα πλοία και ιδιαίτερα lux κρουαζιερόπλοια με πολύ ενδιαφέροντα δρομολόγια σε νέους προορισμούς στην χώρα μας. Δεδομένης της κατάστασης βέβαια ήδη αρκετές εταιρείες διερευνούν την πιθανότητα αλλαγής προγραμμάτων, στρέφοντας το ενδιαφέρον τους στη Βόρεια Ευρώπη ή την Δυτική Μεσόγειο.
Την πορεία της κρουαζιέρας, σύμφωνα με τον κ. Κόντε, θα κρίνει και η στάση των Αμερικανών, αγορά που ενισχύει την δυναμική της προς την χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Οι Αμερικανοί θα μπορούσαν να στραφούν στην Καραϊβική, περιοχή στην οποία ανταποκρίνονται θετικά. Παράλληλα, αντικίνητρο στην περίπτωση των Αμερικανών τουριστών θα μπορούσε να θεωρηθεί και η υποτίμηση του δολαρίου καθώς θα καταστήσει τα ταξίδια προς την Ευρώπη ιδιαιτέρως ακριβά.