Μαζικές επενδύσεις σε εταιρείες διαχείρισης των Big Data, της τεχνητής νοημοσύνης (AI), της αυτοματοποίησης και της ρομποτικής πραγματοποιούν τα McDonald’s, συνδέοντας την αγορά των χάμπουργκερ με την τεχνολογία αιχμής.

Συγκεκριμένα, τον περασμένο Δεκέμβριο, η McDonald’s επένδυσε αρκετά εκατ. δολάρια στην καινοτόμο επιχείρηση Apprente, που ειδικεύεται στην κατανόηση της ανθρώπινης φωνής, έτσι ώστε να διευκολυνθεί το πρόγραμμα εξυπηρέτησης παραγγελιών της Mac Drive.

Το κόστος της επένδυσης δεν έχει γίνει γνωστό, αντίθετα με την ανακοίνωση για τα 300 εκατ. δολάρια που κόστισε στη McDonald’s η εξαγορά της Dynamic Yield, με στόχο την καθοδήγηση του καταναλωτή στη διάρκεια της διαδικασίας αγοράς του προϊόντος. Το πρόγραμμα της εταιρείας αφορά μία σειρά αλγορίθμων και προγραμμάτων ΑΙ, που παρακολουθούν κατά βήμα την παραγγελία και, όπως είναι λογικό, επεμβαίνουν ώστε κάποιος να δελεασθεί και να παραγγείλει και να ξοδέψει περισσότερα.

Ο λόγος των επενδύσεων αυτών είναι καθαρά εμπορικός. Καθώς οι πωλήσεις της εταιρείας στην Αμερική βρίσκονται σε τέλμα, οι μετοχές της εταιρείας κατά συνέπεια υποχωρούν και οι επενδυτές δεν είναι πρόθυμοι να τοποθετήσουν τα χρήματά τους. 

Επιπλέον, η McDonald’s επιχειρεί να κάνει ένα βήμα πιο μπροστά από τους ανταγωνιστές της. Η αύξηση των πωλήσεων, κατά 4,8%, δεν έχει ικανοποιήσει την διεύθυνση της εταιρείας, καθώς υπολείπονται από το προβλεπόμενο ποσοστό του 5,2%. 

Για τον λόγο αυτό, η McDonald’s προστρέχει στην τεχνολογία αιχμής, ιδίως στις εταιρείες της Σίλικον Βάλεϊ, προκειμένου να βελτιστοποιήσει τους χρόνους εξυπηρέτησης των παραγγελιών, να μειώσει την ανάγκη για προσωπικό και να ωθήσει τους πελάτες να καταναλώσουν περισσότερο, προκαταβάλλοντας τα γούστα τους και την όρεξή τους. Κυρίως όμως να παρασκευάζονται περισσότερα προϊόντα και να μειώνονται τα κόστη. Ο βασικός άξονας είναι μείωση κόστους, αύξηση παραγωγής.

Όμως η στροφή προς την τεχνολογία, όπως είναι φυσικό, προκαλεί ανησυχία στους κόλπους των εργαζομένων. Ιδίως εκείνων στις ΗΠΑ, όπου οι μισθοί τους είναι παγωμένοι για χρόνια και μάλιστα σε επίπεδα χαμηλότερα από εκείνα των μέσων απολαβών στην αγορά εργασίας. Φυσικά τα χαμηλά επίπεδα ημερομισθίων δεν ισχύουν μόνον για τη McDonald’s, αλλά και για όλον τον τομέα του γρήγορου φαγητού.

Η ανησυχία των εργαζομένων είναι λογική, γιατί ο ανταγωνισμός έχει ωθήσει και άλλες εταιρείες να στραφούν στην τεχνολογία αιχμής για να αυξήσουν τις πωλήσεις και να μειώσουν τα κόστη. Η Domino’s έχει ιδρύσει ένα εργαστήριο καινοτομίας στο Μίτσιγκαν, που κινείται στο ίδιο επίπεδο ερευνών με τη McDonald’s, ενώ στρέφεται και στην έρευνα για την παράδοση κατ’ οίκον με αυτόνομα (μη επανδρωμένα) οχήματα, αξιοποιώντας τα επιτεύγματα της ρομποτικής.

Στη Ρωσία δε, η Burger King έχει θέσει από τον Αύγουστο του 2017 σε εφαρμογή το Whoppercoin, ένα κρυπτονόμισμα, για την αγορά σάντουιτς. Μολονότι ακόμη δεν έχει προσφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, η εφαρμογή τούτη (σε συνδυασμό και με τις άλλες προσπάθειες) αποδεικνύει πως ο τομέας των χάμπουργκερ δυνητικά μπορεί να μετατραπεί σε ένα πολλά υποσχόμενο επενδυτικό μέσον.