Στις κάλπες προσέρχονται σήμερα οι Ισλανδοί, σε ένα κρίσιμο δημοψήφισμα που μπορεί να επαναφέρει τη χώρα στον δρόμο προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, περισσότερο από μία δεκαετία μετά το «πάγωμα» των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.
Το ερώτημα που καλούνται να απαντήσουν με ένα «ναι» ή ένα «όχι» είναι συγκεκριμένο: εάν η Ισλανδία πρέπει να επαναλάβει τις διαπραγματεύσεις προσχώρησης στην ΕΕ. Επομένως, η σημερινή ψηφοφορία δεν αφορά αυτή καθαυτή την ένταξη της χώρας στην Ένωση. Εάν επικρατήσει το «ναι» και οι διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες καταλήξουν σε συμφωνία, οι όροι της θα τεθούν σε δεύτερο δημοψήφισμα, στο οποίο οι Ισλανδοί θα αποφασίσουν οριστικά εάν θέλουν να γίνουν πολίτες κράτους-μέλους της ΕΕ.
Η αναμέτρηση αναμένεται αμφίρροπη. Η τελευταία δημοσκόπηση της Gallup, που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 24 και 27 Αυγούστου σε 4.583 άτομα, έδειξε το 51,6% κατά της επανέναρξης των διαπραγματεύσεων και το 48,4% υπέρ. Λίγες ημέρες νωρίτερα, ωστόσο, έρευνα της Maskina έδινε αντίστροφη εικόνα, με 51,3% υπέρ και 48,7% κατά, αποτυπώνοντας πόσο οριακές είναι οι ισορροπίες.
Γιατί η Ισλανδία ξανανοίγει τον φάκελο της ΕΕ
Η Ισλανδία είχε υποβάλει αίτηση ένταξης το 2009, στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης, και οι επίσημες διαπραγματεύσεις άρχισαν το 2010. Μέχρι το 2013 είχαν ανοίξει 27 διαπραγματευτικά κεφάλαια και είχαν κλείσει προσωρινά 11. Η διαδικασία σταμάτησε μετά την ανάληψη της εξουσίας από ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση, ενώ το 2015 το Ρέικιαβικ ζήτησε να μην αντιμετωπίζεται πλέον ως υποψήφια προς ένταξη χώρα.
Δεκατρία χρόνια μετά το πάγωμα των συνομιλιών, όμως, το περιβάλλον έχει αλλάξει. Η άνοδος του κόστους ζωής, οι διακυμάνσεις της ισλανδικής κορόνας και η αυξανόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα στην Αρκτική έχουν επαναφέρει τη σχέση με την ΕΕ στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης.
Η Ισλανδία βρίσκεται ήδη πολύ κοντά στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να αποτελεί μέλος της. Συμμετέχει στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και στη Σένγκεν και έχει πρόσβαση στην ενιαία αγορά, εφαρμόζοντας σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής νομοθεσίας χωρίς όμως να διαθέτει ψήφο στα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Περίπου τα δύο τρίτα του εξωτερικού εμπορίου της πραγματοποιούνται με κράτη-μέλη της Ένωσης.
Οι υποστηρικτές της ευρωπαϊκής πορείας βλέπουν στην ένταξη τη δυνατότητα μεγαλύτερης οικονομικής και νομισματικής σταθερότητας, συμμετοχής στις ευρωπαϊκές αποφάσεις και, δυνητικά, υιοθέτησης του ευρώ. Στον αντίποδα, οι πολέμιοι της ένταξης φοβούνται απώλεια εθνικού ελέγχου σε κρίσιμους τομείς, με μεγαλύτερο «αγκάθι» την αλιεία, έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της ισλανδικής οικονομίας.
Στην εξίσωση έχει μπει πλέον πιο έντονα και η ασφάλεια. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ενίσχυση της ρωσικής παρουσίας στην Αρκτική και η αβεβαιότητα στις σχέσεις Ευρώπης - ΗΠΑ έχουν ενισχύσει τη συζήτηση για το κατά πόσο η στενότερη πρόσδεση στην ΕΕ θα μπορούσε να προσφέρει πρόσθετη πολιτική και οικονομική ασφάλεια στη μικρή χώρα του Βόρειου Ατλαντικού.
Τι γίνεται μετά την κάλπη
Εάν επικρατήσει το «ναι», η ισλανδική κυβέρνηση αναμένεται να ενημερώσει την Ευρωπαϊκή Ένωση για το αποτέλεσμα, να συγκροτήσει διαπραγματευτική ομάδα και να επανεκκινήσει τις συνομιλίες. Η υπουργός Εξωτερικών Θόργκερντουρ Κάτριν Γκούναρσντοτιρ έχει εκτιμήσει ότι μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να διαρκέσει περίπου ενάμιση έως δύο χρόνια.
Εάν επικρατήσει το «όχι», η σημερινή κυβέρνηση έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να επαναφέρει το ζήτημα της ένταξης κατά τη διάρκεια της θητείας της. Το αποτέλεσμα θα συζητηθεί στο κοινοβούλιο, το οποίο θα κληθεί να εξετάσει και το ζήτημα της επίσημης απόσυρσης της παλαιάς αίτησης ένταξης.
Σε κάθε περίπτωση, η σημερινή κάλπη δεν αποφασίζει εάν η Ισλανδία θα γίνει το 28ο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποφασίζει εάν, 13 χρόνια μετά, το Ρέικιαβικ θα επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τις Βρυξέλλες.
Φώτο: @associatedpress



