Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, στο επικείμενο «καλάθι» της ΔΕΘ και στην κριτική της αντιπολίτευσης προς την εξωτερική και οικονομική πολιτική της κυβέρνησης αναφέρθηκε ο υφυπουργός στον πρωθυπουργό, Θανάσης Κοντογεώργης, στη συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό Open.
«Η περίοδος της αδρανούς διαχείρισης στο ελληνοτουρκικά ζητήματα έχει παρέλθει», δήλωσε ο υφυπουργός κατά την αρχική του τοποθέτηση. Σύμφωνα με τον ίδιο, η στρατηγική για «ήρεμα νερά», στην οποία κάποιοι απαξιωτικά αναφέρονται, δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά προσέφερε τον ωφέλιμο χώρο και χρόνο, ώστε η χώρα να αυξήσει το διπλωματικό της κεφάλαιο ενισχύοντας την αμυντική της ικανότητα. «Η χώρα από θέση ισχύος και αποτρεπτικής ικανότητας ασκεί και προστατεύει τα κυριαρχικά της δικαιώματα», δήλωσε ο υφυπουργός.
Ερωτηθείς για την κριτική που ασκεί η αντιπολίτευση στην κυβέρνηση για τη διαχείριση του ελληνοτουρκικού ζητήματος και τη γενικότερη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, ο Θ. Κοντογεώργης δήλωσε ότι «η κυβέρνηση δεν ασκεί εξωτερική πολιτική εντυπώσεων: με σοβαρότητα και αποφασιστικότητα προασπίζουμε τα εθνικά συμφέροντα και πάντοτε τοποθετούμαστε με μέτρο. Για αυτό και δε θα προσχωρήσουμε σε αυτό το κλίμα λαϊκισμού και εύκολων κορόνων στο οποίο προσφεύγει η αντιπολίτευση». Στο ίδιο πλαίσιο, ο υφυπουργός στηλίτευσε τη στάση της αντιπολίτευσης για άρνηση παραδοχές εκ μέρους της οποιασδήποτε λανθασμένης εκτίμησης καθώς και για την απουσία λογικής και ψύχραιμης προσέγγισης. «Δε γίνεται να βάζουμε την εξωτερική πολιτική στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης με μη πραγματικά γεγονότα ή χωρίς την αναγνώριση των θετικών επιτευγμάτων», δήλωσε ο Θ. Κοντογεώργης αναφερόμενος στην επίτευξη θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού με απώτατα δυνητικά όρια υφαλοκρηπίδας, στη σύναψη των συμφωνιών οριοθέτησης ΑΟΖ με την Ιταλία και την Αίγυπτο, στις συμφωνίες για τη διενέργεια εξορύξεων που ακυρώνουν στην πράξη το τουρκολιβυκό μνημόνιο και στην υλοποίηση του μεγαλύτερου εξοπλιστικού προγράμματος. «Καμία θετική δήλωση από όσους αντιπολιτεύονται για τα θετικά βήματα της πατρίδας μας, αλλά αμέσως μόλις προκύψει κάποια ενέργεια ή παραφιλολογία για την Τουρκία (αναφερόμενος στα F35, το πρόγραμμα Safe κά), κάποιοι σπεύδουν να κάνουν δηλώσεις που μετά βέβαια διαψεύδονται από την εξέλιξη των πραγμάτων», υπερθεμάτισε.
Όπως συνέχισε ο υφυπουργός, η κυβέρνηση προσφεύγει στην πολιτική ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας και οικοδόμησης σχέσεων καλής γειτονίας- πολιτικές που υιοθετήθηκαν και στο παρελθόν ακόμα και από άλλες κυβερνήσεις. «Αν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη λογική πολιτική πρόταση στη διαχείριση κρίσεων, εντάσεων ή αιτιάσεων να την ακούσουμε. Αλλά, δεν ακούμε καμία ουσιαστική αντιπρόταση», υπερθεμάτισε. «Σε όλα τα επίπεδα- ορατά και μη ορατά- η κυβέρνηση προβαίνει σε διπλωματικές κινήσεις, γιατί πλέον η Ελλάδα έχει φωνή στα διεθνή φόρα, συμμαχίες και διευρυμένο ρόλο στην περιοχή και ως παράγοντας σταθερότητας του ΝΑΤΟ», δήλωσε ο υφυπουργός καλώντας ταυτόχρονα για υπομονή και σοβαρότητα απέναντι στο ζήτημα.
Στην εσωτερική πολιτική και στην επικειμένη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης αναφέρθηκε στη συνέχεια ο υφυπουργός, χαρακτηρίζοντας ως «θεσμικά απρεπή συμπεριφορά» την επιλογή του κ. Τσίπρα να προηγηθεί χρονικά της τοποθέτησης του Πρωθυπουργού. «Σημασία όμως έχει τι θα ακουστεί γιατί κανείς, και ειδικά ο κ. Τσίπρας, δεν θα αποφύγει τη βάσανο του «συγκεκριμένου». Συνέχισε λέγοντας ότι «η ΔΕΘ είναι πάντοτε ένα ορόσημο για την κυβερνητική πολιτική. Η φετινή χρονιά είναι μεν προεκλογική, αλλά είναι και η συνέχεια ενός κύκλου, γιατί οι πολιτικές της κυβέρνησης που θα παρουσιαστούν από τον πρωθυπουργό θα έχουν ορίζοντα τετραετίας», υπογραμμίζοντας την κεντρική πολιτική της κυβέρνησης για διαρκή ανάπτυξη, βελτίωση των εισοδημάτων και συνεχή ενίσχυση ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και της μεσαίας τάξης. Ο υφυπουργός απέφυγε, πάντως, να προχωρήσει σε συγκεκριμένες αναφορές για τα μέτρα, επισημαίνοντας ότι «μόνο ο Πρωθυπουργός γνωρίζει την τελική σύνθεσή τους». Όπως ανέφερε, δεν έχει νόημα να «βομβαρδίζονται» οι πολίτες, οι οποίοι ενόψει της φετινής ΔΕΘ μπορεί να έχουν διάφορες προσδοκίες, με σενάρια και πληροφορίες που δεν έχουν ακόμα οριστικοποιηθεί. Τόνισε, ωστόσο, ότι «υπάρχει συνέπεια στην οικονομική πολιτική» και πως αυτή επιτρέπει στην κυβέρνηση, σε κάθε ΔΕΘ, να επιστρέφει στους πολίτες μέρος του μερίσματος της ανάπτυξης, ενισχύοντας τα εισοδήματα με όρους δημοσιονομικής υπευθυνότητας.
Τέλος, ο υφυπουργός αναφέρθηκε στην κριτική της αντιπολίτευσης για την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και την αποπληρωμή του χρέους, χαρακτηρίζοντάς την «ψευδή και απογοητευτική». Όπως σημείωσε, το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρώνεται επιτυχώς, καθώς «δεν χάθηκε ούτε ένα ευρώ» από τα 32 δισ. ευρώ, τα οποία απορροφήθηκαν πλήρως.
Απαντώντας στην κριτική περί υπερφορολόγησης, υποστήριξε ότι εννέα στα δέκα ευρώ των εσόδων προέρχονται από τη μεγέθυνση της οικονομίας, τη μείωση της φοροδιαφυγής και την αποκλιμάκωση της ανεργίας. «Πετυχαίνουμε πλεόνασμα και αποπληρώνουμε το χρέος», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι «αυτό που επιτρέπεται να δώσουμε με βάση τους δημοσιονομικούς κανόνες, αυτό θα επιστρέψουμε».
Στην ίδια βάση, χαρακτήρισε άστοχη την κριτική της αντιπολίτευσης για την πρόωρη αποπληρωμή του χρέους, εξηγώντας ότι το μέρισμα που επιστρέφει η κυβέρνηση στην κοινωνία μέσω των μέτρων είναι ακριβώς αυτό που της επιτρέπουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες. Όπως εξήγησε, η ετήσια αύξηση των δαπανών δεν μπορεί να υπερβαίνει περίπου το 3,5% του ΑΕΠ, ενώ τα ταμειακά διαθέσιμα και ό,τι περισσεύει από το πλεόνασμα μπορούν να κατευθύνονται στην αποπληρωμή του χρέους. Με τον τρόπο αυτό, υποστήριξε, μειώνεται το βάρος για τις επόμενες γενιές, ενώ παράλληλα δημιουργείται ένα πρόσθετο «μαξιλάρι» για τις επόμενες κυβερνήσεις, περιορίζοντας τον κίνδυνο μιας σοβαρής δημοσιονομικής κρίσης το 2032, όταν είναι προγραμματισμένο να προστεθούν οι αναβαλλόμενοι τόκοι που προβλέπονται στις δανειακές συμβάσεις της χώρας, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «είμαστε σταθερά προσανατολισμένοι στην αύξηση των εισοδημάτων και την μείωση του χρέους».



