Το φιάσκο του Ντόναλντ Τραμπ

Δημήτρης Ζάντζας
Viber Whatsapp
Μοιράσου το
Το φιάσκο του Ντόναλντ Τραμπ
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του insider.gr στην Google
Το πρόβλημα με τη συμφωνία που πρόσφερε ο Ντόναλντ Τραμπ στο Ιράν δεν είναι η κραυγαλέα αντίθεση με τις «ηρωικές» του δηλώσεις, ούτε ότι περιλαμβάνει σοβαρούς συμβιβασμούς για τις ΗΠΑ. Είναι ότι δημιουργεί ένα προηγούμενο που δύσκολα θα περάσει απαρατήρητο από τους ανταγωνιστές της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας, ενώ ταυτόχρονα βαθαίνει το ρήγμα στις σχέσεις με το Ισραήλ.

«Αν άλλες χώρες έχουν τέτοιους πυραύλους, είναι κάπως άδικο να μην έχει και το Ιράν μερικούς. (…) Και άλλες χώρες διαθέτουν εμπλουτισμένο ουράνιο. Υπάρχει παντού». Δύσκολα θα μπορούσε να αποτυπωθεί καλύτερα η απόσταση ανάμεσα στη σημερινή στάση του Ντόναλντ Τραμπ και στη ρητορική που χρησιμοποιούσε απέναντι στο Ιράν τα προηγούμενα οκτώ χρόνια – και μέχρι πολύ πρόσφατα, ακόμη και μετά την έναρξη του πολέμου.

Στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε, στο περιθώριο της Συνόδου της G7, ο Αμερικανός Πρόεδρος κατάφερε να αφήσει πολλούς με το στόμα ανοιχτό. Εμφανίστηκε εντυπωσιακά διαλλακτικός απέναντι σε ζητήματα που επί χρόνια παρουσίαζε ως θεμελιώδεις απειλές για την ασφάλεια της Μέσης Ανατολής. Υποβάθμισε τη σημασία των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου που θα μπορούσε να διατηρήσει η Τεχεράνη, ενώ εμφανίστηκε ανεκτικός απέναντι στην ύπαρξη βαλλιστικών πυραύλων, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για δυνατότητες που διαθέτουν και άλλα κράτη της περιοχής.

Οι δηλώσεις αυτές προέρχονται από τον ίδιο άνθρωπο που το 2018 απέσυρε τις Ηνωμένες Πολιτείες από την πυρηνική συμφωνία του Μπαράκ Ομπάμα (JCPOA), καταγγέλλοντάς την ως «μία από τις χειρότερες συμφωνίες στην ιστορία της αμερικανικής διπλωματίας». Για χρόνια, ο Τραμπ υποστήριζε ότι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, οι βαλλιστικοί πύραυλοι και η περιφερειακή επιρροή της Τεχεράνης συνιστούσαν μια ενιαία στρατηγική απειλή που απαιτούσε σκληρότερη αντιμετώπιση.

Από τη «μέγιστη πίεση» σε μια γενναιόδωρη συμφωνία

Το μνημόνιο κατανόησης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν που βρίσκεται πλέον σε ισχύ προβλέπει την άρση των αμερικανικών κυρώσεων, την αποδέσμευση των παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων, την επανεκκίνηση των εξαγωγών πετρελαίου και τη συμμετοχή των ΗΠΑ σε ένα ευρύτερο σχέδιο οικονομικής αποκατάστασης και ανάπτυξης του Ιράν ύψους τουλάχιστον 300 δισ. δολαρίων.

Την ίδια στιγμή, κι ενώ τα δυσκολότερα ζητήματα παραπέμπονται στις διαπραγματεύσεις για την τελική συμφωνία, το Ιράν διατηρεί τη δυνατότητα να ανοιγοκλείνει τα Στενά κατά βούληση. Το μέλλον των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου παραμένει ανοικτό, το πυραυλικό πρόγραμμα απουσιάζει από τις βασικές προβλέψεις του μνημονίου και οι ευρύτερες περιφερειακές δραστηριότητες της Τεχεράνης παραμένουν ουσιαστικά εκτός διαπραγμάτευσης. Η ειρωνεία είναι ότι ο Πρόεδρος που υποσχέθηκε να αντικαταστήσει το JCPOA με μια «πολύ καλύτερη συμφωνία» βρίσκεται σήμερα να υπερασπίζεται μια συμφωνία που, σε ορισμένα κρίσιμα ζητήματα, μοιάζει λιγότερο απαιτητική από εκείνη που κατήγγειλε πριν από οκτώ χρόνια.

Ξένοι αναλυτές σχολιάζουν πως σχεδόν όλες οι βασικές απαιτήσεις του Ιράν φαίνεται να έχουν γίνει αποδεκτές από την Ουάσιγκτον. Ακόμη και αν κάποιος θεωρεί υπερβολική αυτή τη διαπίστωση, είναι δύσκολο να αγνοήσει το γεγονός ότι η Τεχεράνη εξέρχεται από τη σύγκρουση με άρση κυρώσεων, πρόσβαση σε κεφάλαια, προοπτική σημαντικών επενδύσεων και διατηρώντας ένα μέρος των στρατηγικών της δυνατοτήτων.

Η σημερινή συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν μειώνει τον κίνδυνο μιας νέας άμεσης σύγκρουσης, χωρίς όμως να επιλύει τα βαθύτερα ζητήματα που οδήγησαν στην κρίση. Το πυρηνικό πρόγραμμα, το μέλλον του εμπλουτισμένου ουρανίου, οι βαλλιστικοί πύραυλοι, η περιφερειακή επιρροή της Τεχεράνης και οι ανησυχίες του Ισραήλ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανοιχτά ζητήματα. Με άλλα λόγια, φαίνεται ότι ο Ντόναλντ Τραμπ μετέθεσε τις δυσκολότερες αποφάσεις για αργότερα. Και είναι ίσως ο μοναδικός που «διαβάζει» αυτή τη συμφωνία ως «παράδοση άνευ όρων» της Τεχεράνης…

Το Ορμούζ ως στρατηγικό όπλο

Παρά τη συντριπτική στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών, το Ιράν διέθετε ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Τη δυνατότητα να επηρεάσει τη λειτουργία μιας θαλάσσιας οδού από την οποία διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου. Καθώς η κρίση κλιμακωνόταν, η προοπτική μιας παρατεταμένης διαταραχής στις ενεργειακές ροές άρχισε να προκαλεί ανησυχία στις αγορές, στις κυβερνήσεις και στις κεντρικές τράπεζες.

Η Τεχεράνη φαίνεται να δημιούργησε ένα σημαντικό προηγούμενο. Η απειλή κατά των Στενών του Ορμούζ αποδείχθηκε ένα αποτελεσματικό εργαλείο πίεσης, ικανό να μετατρέψει μια περιφερειακή κρίση σε παγκόσμιο οικονομικό πρόβλημα. Το Ιράν αντιλήφθηκε ότι δε χρειαζόταν να επιτύχει στρατιωτική νίκη, αρκέστηκε στο να αυξήσει το κόστος της σύγκρουσης σε βαθμό που να καθιστά τον συμβιβασμό πιο ελκυστικό από τη συνέχισή της.

Αυτό είναι ένα εξαιρετικά ανησυχητικό στοιχείο καθώς, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, μια περιφερειακή δύναμη έδειξε ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει μια κρίσιμη αρτηρία της παγκόσμιας οικονομίας ως στρατηγικό μοχλό πίεσης απέναντι στην παγκόσμια υπερδύναμη.

Έτσι, η Τεχεράνη δεν διασώζεται απλώς από τη σύγκρουση, αλλά εξέρχεται από αυτήν με μάλλον ενισχυμένη θέση. Η άρση των κυρώσεων, η αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων, η επαναφορά των εξαγωγών πετρελαίου και η προοπτική μαζικών επενδύσεων συνιστούν προφανή οικονομικά οφέλη. Παράλληλα, η κρίση ενίσχυσε τη γεωπολιτική σημασία του Ιράν σε μια περίοδο κατά την οποία η Κίνα και η Ρωσία επιχειρούν να αναπτύξουν εναλλακτικά δίκτυα εμπορίου και μεταφορών στην Ευρασία.

Ρήγμα με το Ισραήλ

Η συμφωνία αντιμετωπίστηκε με εμφανή δυσφορία στο Ισραήλ. Για χρόνια, το Τελ Αβίβ υποστήριζε ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την πιθανότητα απόκτησης πυρηνικού όπλου, αλλά συνολικά την ικανότητα του Ιράν να εμπλουτίζει ουράνιο, να αναπτύσσει βαλλιστικούς πυραύλους και να στηρίζει ένα ευρύ δίκτυο συμμάχων και ένοπλων οργανώσεων στην περιοχή.

Το MoU μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αφήνει αναπάντητα πολλά από τα ζητήματα που το Ισραήλ θεωρεί υπαρξιακής σημασίας. Οι δηλώσεις Τραμπ για τον εμπλουτισμό ουρανίου και τους βαλλιστικούς πυραύλους λειτούργησαν για πολλούς στο Ισραήλ ως δημόσιο «άδειασμα» των πάγιων ισραηλινών θέσεων απέναντι στην Τεχεράνη. Και βεβαίως ενίσχυσαν τις ανησυχίες ότι η Ουάσιγκτον είναι πλέον διατεθειμένη να αποδεχθεί πολλά από όσα μέχρι πρόσφατα θεωρούσε απαράδεκτα. Δεν είναι τυχαίο ότι η συζήτηση μετατοπίστηκε γρήγορα από το περιεχόμενο της συμφωνίας στο κατά πόσο η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ εξακολουθούν να έχουν κοινή αντίληψη για το τι συνιστά αποδεκτό αποτέλεσμα απέναντι στο Ιράν.

Διαβάστε ακόμα - Νετανιάχου: «Ο στρατός θα παραμείνει στο Λίβανο για όσο χρειαστεί»

Το γεγονός ότι το Ισραήλ συνεχίζει τις επιχειρήσεις στον Λίβανο, παρά την αμερικανική πίεση και τις προβλέψεις του MoU, δείχνει ότι το Τελ Αβίβ αναζητά τρόπους να περιορίσει στην πράξη ορισμένα από τα πλεονεκτήματα που αποκτά η Τεχεράνη. Από ισραηλινή σκοπιά, η αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ παραμένει κρίσιμος στόχος ανεξάρτητα από τη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν. Ωστόσο, αυτή η στρατηγική ενέχει και κινδύνους. Όσο οι επιχειρήσεις συνεχίζονται, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να βρεθεί το Ισραήλ σε ανοιχτή σύγκρουση με τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει επανειλημμένα συνδέσει τη βιωσιμότητα της συμφωνίας με την αποκλιμάκωση στον Λίβανο και έχει ήδη εκφράσει δημόσια τη δυσφορία του για τους χειρισμούς της κυβέρνησης Νετανιάχου.

Τι βλέπουν Κίνα και Ρωσία

Μακριά από τη Μέση Ανατολή, σε Κίνα και Ρωσία, παρακολουθούν με ενδιαφέρον το πώς μια σαφώς ασθενέστερη δύναμη κατάφερε να αυξήσει το οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος μιας σύγκρουσης σε τέτοιο βαθμό ώστε οι Ηνωμένες Πολιτείες να μετακινηθούν από τη στρατιωτική δράση στον συμβιβασμό. Αν η Τεχεράνη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι απειλές για τα Στενά του Ορμούζ και η αντοχή στις κυρώσεις απέδωσαν καρπούς, τότε το ίδιο συμπέρασμα θα μελετηθεί και από άλλες δυνάμεις που επιδιώκουν να αμφισβητήσουν την αμερικανική επιρροή.

Ασφαλώς, ακόμα και οι μεγάλες δυνάμεις συχνά προχωρούν σε κάποιους συμβιβασμούς. Το πρόβλημα για τον Ντόναλντ Τραμπ είναι ότι η συγκεκριμένη συμφωνία δημιουργεί την εντύπωση πως, αν ο αντίπαλος καταφέρει να επιβάλει αυξημένο οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος, μπορεί να οδηγήσει ακόμη και την παγκόσμια υπερδύναμη σε αναθεώρηση των στόχων της.

Με τους χειρισμούς του ο Ντόναλντ Τραμπ πέτυχε να τερματίσει, προς το παρόν, τη στρατιωτική σύγκρουση, επέφερε όμως ένα σοβαρό πλήγμα στην εικόνα της αμερικανικής ισχύος και στα όρια της αποτρεπτικής της αξιοπιστίας.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάζονται αυτή τη στιγμή

ΕΥΔΑΠ: Γιατί κόβει το νερό όταν οι οφειλές φτάνουν τα 100 ευρώ - Στο στόχαστρο και οι δήμοι

Το φιάσκο του Ντόναλντ Τραμπ

Ακαθάριστα οικόπεδα: Αντίστροφη μέτρηση για τους ιδιοκτήτες - Πότε αρχίζουν έλεγχοι και πρόστιμα

Φόρτωση BOLM...

reader insiderinsiderinsiderinsiderinsider