Υπό τη βαριά σκιά της εκτίναξης των τιμών ενέργειας, η Σύνοδος Κορυφής της 19ης Μαρτίου ανέδειξε με έντονο τρόπο τις πιέσεις που δέχονται οι ευρωπαϊκές οικονομίες και την ανάγκη για άμεσες παρεμβάσεις. Η άνοδος των τιμών φυσικού αερίου - άνω του 60% μετά την κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και τις επιπτώσεις στα Στενά του Ορμούζ - έδωσε επείγοντα χαρακτήρα στις συζητήσεις, φέρνοντας στο προσκήνιο το ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Οι εξελίξεις αυτές ενίσχυσαν την πίεση προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για πιο άμεσες απαντήσεις, καθώς η ενεργειακή αστάθεια μεταφράζεται πλέον άμεσα σε οικονομικό και κοινωνικό κόστος. Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση στις Βρυξέλλες απέκτησε σαφώς πιο επείγοντα χαρακτήρα. Η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, υπογράμμισε ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με «σημαντικές και επίμονες πιέσεις στις τιμές ενέργειας», επισημαίνοντας ότι η Επιτροπή είναι έτοιμη να αξιοποιήσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία για τη στήριξη καταναλωτών και επιχειρήσεων.
- Σύνοδος Κορυφής: Ζητά άμεσα εργαλειοθήκη στοχευμένων μέτρων από την Κομισιόν και συνεργασία με κράτη - Όλα τα συμπεράσματα
- Μητσοτάκης μετά τη Σύνοδο Κορυφής: Μεγαλύτερη ευελιξία για μέτρα σε καύσιμα και ενέργεια
Στα συμπεράσματα πέρα από τις αναφορές για την κινητοποίηση των ευρωπαϊκών μηχανισμών για λήψη μέτρων στήριξης, γίνεται ρητή αναφορά στην ανάγκη εξέτασης όλων των συνιστωσών της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας, από το κόστος παραγωγής έως φόρους, τέλη και δίκτυα, ως βάση για παρεμβάσεις με στόχο τη μείωση των τιμών.
Η κατεύθυνση αυτή συνδέεται με μια ευρύτερη προσπάθεια επαναξιολόγησης του τρόπου με τον οποίο διαμορφώνονται οι τελικές τιμές ενέργειας στην Ευρώπη, πέρα από το καθαρά χρηματιστηριακό σκέλος της αγοράς.
Σε αυτό το πλαίσιο, η φον ντερ Λάιεν έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη παραμένουν διαρθρωτικά υψηλότερες σε σχέση με άλλες μεγάλες οικονομίες, επισημαίνοντας την ανάγκη για συνδυασμό άμεσων μέτρων και διαρθρωτικών αλλαγών στην αγορά ενέργειας.
Σε επίπεδο παρεμβάσεων, περιέγραψε τέσσερις βασικές συνιστώσες της τελικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας και τα αντίστοιχα πεδία παρέμβασης. Η πρώτη παρέμβαση αφορά στο κόστος ενέργειας, που αποτελεί κατά μέσο όρο το 56% της τελικής τιμής στην ΕΕ, με την Επιτροπή να δίνει έμφαση στην ενίσχυση της ευελιξίας των κρατικών ενισχύσεων και στη συνεργασία με τα κράτη-μέλη για τη μείωση του κόστους καυσίμων στην ηλεκτροπαραγωγή. Η δεύτερη, αφορά στα τέλη δικτύου, που αντιστοιχούν περίπου στο 18%. Για αυτό το θέμα προαναγγέλλεται νομοθετική παρέμβαση για την αύξηση της αποδοτικότητας των υποδομών και η δυνατότητα μείωσης των χρεώσεων για ενεργοβόρες βιομηχανίες. Η τρίτη παρέμβαση αφορά τους φόρους και τις εισφορές, που διαμορφώνονται κατά μέσο όρο στο 15%, με την επισήμανση ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η ηλεκτρική ενέργεια φορολογείται έως και 15 φορές περισσότερο από το φυσικό αέριο και την πρόθεση για χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές στο ρεύμα. Σε αυτό το σκέλος, θα προταθεί να επιβληθούν χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές στην ηλεκτρική ενέργεια και να διασφαλιστεί ότι η ηλεκτρική ενέργεια φορολογείται λιγότερο από τα ορυκτά καύσιμα. Και, τέλος, όσον αφορά στην τιμολόγηση του άνθρακα μέσω του ETS, το οποίο, όπως υπογραμμίστηκε, έχει συμβάλει στη μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου και της εξάρτησης από εισαγωγές, εκφράστηκε η πρόθεση να εκσυγχρονιστεί και να γίνει πιο ευέλικτο.
Ωστόσο, παρά την πίεση, δεν έχει διαμορφωθεί μέχρι στιγμής συγκεκριμένη συμφωνία ούτε ως προς το εύρος των μέτρων ούτε ως προς τη διάρκεια εφαρμογής τους.
Στο επίκεντρο της σύγκρουσης παρέμεινε το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS), το οποίο μετατράπηκε από εργαλείο μακροπρόθεσμης κλιματικής πολιτικής σε βασικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης για το ενεργειακό κόστος. Δέκα χώρες - μεταξύ των οποίων η Ελλάδα, η Ιταλία, η Πολωνία και κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης - απέστειλαν κοινή επιστολή προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τους ηγέτες, ζητώντας την παράταση των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών για τη βιομηχανία πέραν του 2034, αλλά και μια συνολική επανεξέταση του ETS ώστε να περιοριστεί η επίδρασή του στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Η παρέμβαση αυτή συνδέεται άμεσα με την αυξανόμενη ανησυχία για το ενεργειακό κόστος της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, το οποίο σε αρκετές περιπτώσεις παραμένει σημαντικά υψηλότερο σε σχέση με ανταγωνιστές όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα. Τα συμπεράσματα δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και στην ανάγκη για οικονομικά προσιτή ενέργεια για επιχειρήσεις, ως κρίσιμο παράγοντα για την οικονομική σταθερότητα.
Η συζήτηση αυτή αποτυπώνει μια βαθύτερη ανησυχία για τη θέση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας στο διεθνές περιβάλλον, ειδικά σε σύγκριση με οικονομίες με χαμηλότερο ενεργειακό κόστος. Παράλληλα, αναδεικνύει το δίλημμα μεταξύ άμεσης ανακούφισης και διατήρησης της μακροπρόθεσμης στρατηγικής. Η Πρόεδρος της Επιτροπής ανέφερε ότι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας περνά μέσα από τη μείωση του ενεργειακού κόστους, με έμφαση σε επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια, δίκτυα και αποθήκευση, αλλά και σε πιο αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας.
Απέναντι σε αυτή τη γραμμή, μια ομάδα χωρών - κυρίως από τη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη - επέμεινε ότι οποιαδήποτε χαλάρωση του ETS θα υπονομεύσει την αξιοπιστία της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής και θα αποδυναμώσει τα επενδυτικά σήματα για την πράσινη μετάβαση. Το ρήγμα αυτό αποτυπώθηκε και στα προσχέδια συμπερασμάτων, τα οποία, παρά την αυξημένη πίεση, διατήρησαν προσεκτική διατύπωση.
Συγκεκριμένα, οι ηγέτες κλήθηκαν να συμφωνήσουν σε αναθεώρηση του ETS έως τα μέσα του 2026 - χωρίς να προσδιορίζεται ακόμη το βάθος των αλλαγών - με στόχο τη μείωση της μεταβλητότητας των τιμών άνθρακα και τον περιορισμό της επίδρασής τους στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα, γίνεται αναφορά στην ανάγκη επιτάχυνσης επενδύσεων σε καθαρή και εγχώρια ενέργεια, αποθήκευση και δίκτυα, ως δομική λύση για τη μείωση του κόστους μεσοπρόθεσμα. Από την πλευρά της, η φον ντερ Λάιεν κατέστησε σαφές ότι το ETS παραμένει βασικός πυλώνας της ευρωπαϊκής πολιτικής για το κλίμα, τονίζοντας ότι οποιεσδήποτε παρεμβάσεις θα πρέπει να είναι στοχευμένες και να μην υπονομεύουν τον συνολικό σχεδιασμό της πράσινης μετάβασης.
Τι είναι το ETS και διχάζει τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS) αποτελεί τον βασικό μηχανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, θέτοντας ένα ανώτατο όριο εκπομπών και επιτρέποντας την αγοραπωλησία δικαιωμάτων μεταξύ επιχειρήσεων. Στην πράξη, όσο αυξάνεται η τιμή των δικαιωμάτων CO₂, αυξάνεται και το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ιδιαίτερα σε αγορές που βασίζονται ακόμη σε ορυκτά καύσιμα, μεταφέροντας την επιβάρυνση στους λογαριασμούς ρεύματος.
Αυτός ακριβώς ο μηχανισμός βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης. Από τη μία πλευρά, χώρες όπως η Ελλάδα και άλλες της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης ζητούν παρεμβάσεις ώστε να περιοριστεί η επίδραση του ETS στις τιμές, είτε μέσω παράτασης των δωρεάν δικαιωμάτων είτε μέσω αλλαγών στον τρόπο λειτουργίας της αγοράς. Από την άλλη, κράτη-μέλη της Βόρειας Ευρώπης επιμένουν ότι η σταθερότητα και η αυστηρότητα του συστήματος είναι κρίσιμες για την επίτευξη των κλιματικών στόχων και για τη διατήρηση αξιόπιστων επενδυτικών σημάτων.
Λίγο πριν από τη Σύνοδο, η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σε επιστολή προς τους ηγέτες, αναγνώρισε τις πιέσεις που δημιουργεί το ενεργειακό κόστος, επισημαίνοντας ωστόσο ότι το ETS παραμένει κεντρικό εργαλείο της ευρωπαϊκής πολιτικής για το κλίμα και δεν θα πρέπει να αποδυναμωθεί. Στην ίδια επιστολή, υπογράμμισε ότι η απάντηση στο υψηλό κόστος ενέργειας βρίσκεται στην επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, στην ενίσχυση των διασυνδέσεων και στη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς, και όχι σε παρεμβάσεις που θα αποσταθεροποιούσαν τον μηχανισμό τιμολόγησης του άνθρακα.
Στην ίδια κατεύθυνση, ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, ανέδειξε την ανάγκη εξισορρόπησης μεταξύ ανταγωνιστικότητας και πράσινης μετάβασης, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο τεχνικών προσαρμογών χωρίς ριζικές αλλαγές στη φιλοσοφία του συστήματος.
Για την Ελλάδα, η συζήτηση είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που ζητούν πιο άμεσες ευρωπαϊκές λύσεις για τη συγκράτηση του κόστους, τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τη βιομηχανία, με έμφαση στο ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας.
Μητσοτάκης: Ευελιξία για εθνικά μέτρα στήριξης
Μετά την ολοκλήρωση της Συνόδου Κορυφής στις Βρυξέλλες, ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, έδωσε το στίγμα των αποφάσεων, επισημαίνοντας ότι τα συμπεράσματα ανοίγουν την πόρτα για μεγαλύτερη ευελιξία στη λήψη εθνικών μέτρων για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης. Όπως ανέφερε, η κυβέρνηση είναι έτοιμη, εντός των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της, να παρέμβει για να στηρίξει νοικοκυριά και επιχειρήσεις απέναντι στις αυξήσεις σε καύσιμα και ηλεκτρική ενέργεια, ενώ υπογράμμισε ότι όσο παρατείνεται η γεωπολιτική κρίση, τόσο εντείνονται οι πιέσεις στην οικονομία.
Από εδώ και πέρα, τα επόμενα βήματα αναμένεται να ξεκαθαρίσουν στις αμέσως επόμενες εβδομάδες. Συνήθως, μετά από μια τέτοια Σύνοδο, οι ηγέτες δίνουν την πολιτική κατεύθυνση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιστρέφει με πιο συγκεκριμένες προτάσεις, είτε σε επίπεδο κανονιστικών παρεμβάσεων είτε μέσω προσωρινών μέτρων που μπορούν να ενεργοποιηθούν ταχύτερα. Αν υπάρξει σύγκλιση, τα πρώτα βραχυπρόθεσμα μέτρα για την ενέργεια θα μπορούσαν να αρχίσουν να αποτυπώνονται πολύ πιο άμεσα, μέσα στο επόμενο διάστημα, ενώ η ουσιαστική αναθεώρηση του ETS παραμένει διαδικασία που θα εξελιχθεί μέσα στο 2026. Μέχρι τότε, η αγορά θα συνεχίσει να κινείται με βάση τις προσδοκίες για παρεμβάσεις.