Για αρκετό διάστημα, οι ευρωπαϊκές αγορές αντιμετώπιζαν τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή κυρίως ως έναν γεωπολιτικό κίνδυνο που επηρεάζει προσωρινά την ενέργεια και το πετρέλαιο.
Όμως, όπως όλα δείχνουν, το σοκ έχει αρχίσει πλέον να περνά βαθύτερα στην πραγματική οικονομία, επηρεάζοντας τις επιχειρηματικές προσδοκίες, το κόστος παραγωγής, τη χρηματοδότηση και τελικά τον ίδιο τον μηχανισμό μετάδοσης του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη.
Παραδόξως, το κρισιμότερο σημείο δεν είναι αυτές καθ’ αυτές οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας.
Τούτο δεν ισχύει, υπό το πρίσμα ότι οι αυξήσεις χαρακτηρίζονται πρωτίστως ως το κανάλι μετάδοσης των πληθωριστικών προβλημάτων.
Επομένως, το καίριο ζήτημα παραμένει η προσδοκία των επιχειρήσεων και επενδυτών σε μια νέα, πληθωρισμένη πραγματικότητα καθώς είναι εκείνες που τελικά θα προσδώσουν μια νέα οικονομική δυναμική.
Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστούν οι τρόποι με τους οποίους ένα γεωπολιτικό σοκ, όπως το πρόσφατο στο Ιράν, περνά στην οικονομία.
Πριν από την έναρξη της κρίσης, οι επιχειρήσεις της Ευρωζώνης ανέμεναν σχετικά σταθερές αυξήσεις τιμών και κόστους. Οι προσδοκίες κινούνταν κοντά στο +3%, ενώ το κόστος εισροών παρέμενε γύρω στο 4%.
Μετά το ξέσπασμα της σύγκρουσης, όμως, οι προσδοκίες μεταβλήθηκαν απότομα. Οι επιχειρήσεις άρχισαν να προβλέπουν αυξήσεις κόστους που έφθασαν ακόμη και στο 7,7%, ενώ οι προσδοκίες για τις τιμές ανέβηκαν πάνω από το +4%.
Με απλά λόγια, οι εταιρείες πλέον πιστεύουν ότι θα λειτουργούν σε ένα σαφώς ακριβότερο οικονομικό περιβάλλον. Και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για την ΕΚΤ και τη συν αυτώ επικείμενη νομισματική της πολιτική, διότι η νομισματική πολιτική δεν επηρεάζεται μόνο από τον σημερινό πληθωρισμό, αλλά κυρίως από το πώς οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές πιστεύουν ότι θα κινηθούν οι τιμές στο μέλλον.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική αν εξεταστεί η διάχυση του προβλήματος ανά κλάδο. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις κόστους εμφανίζονται σε τομείς με υψηλή εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, όπως οι μεταφορές και οι κατασκευές. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η ενεργειακή κρίση δεν παραμένει εγκλωβισμένη στο πετρέλαιο ή στο φυσικό αέριο, αλλά αρχίζει να περνά σε ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Η Ευρωζώνη παραμένει πολύ πιο ευάλωτη ενεργειακά από τις Ηνωμένες Πολιτείες ή άλλες οικονομίες. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενη ενέργεια, την ίδια ώρα που η ανάπτυξη ήδη κινείται σε υποτονικά επίπεδα.
Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με ένα περιβάλλον «στασιμοπληθωρισμού», όπου η ανάπτυξη αποδυναμώνεται την ίδια στιγμή που οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται.
Τα στοιχεία της ΕΚΤ δείχνουν ήδη τις πρώτες ενδείξεις αυτής της τάσης. Οι επιχειρήσεις εμφανίζονται πιο απαισιόδοξες για τον κύκλο εργασιών, τις επενδύσεις και τη διαθεσιμότητα τραπεζικού δανεισμού.
Προσέτι, ανησυχητική παραμένει η απότομη αλλαγή στις προσδοκίες για την πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση. Διότι πολύ απλά, μολονότι πριν από την κρίση στο Ιράν οι επιχειρήσεις ανέμεναν βελτίωση στη διαθεσιμότητα δανείων, μολαταύτα μετά την έναρξη της κρίσης, οι ίδιες επιχειρήσεις άρχισαν να αναμένουν επιδείνωση των χρηματοδοτικών συνθηκών.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εξαρτώνται πολύ περισσότερο από τον τραπεζικό δανεισμό σε σχέση με τις αμερικανικές. Αν οι τράπεζες γίνουν πιο επιφυλακτικές λόγω γεωπολιτικού ρίσκου και αυξημένου ενεργειακού κόστους, τότε η επιβράδυνση μπορεί να μεταφερθεί γρήγορα στην πραγματική οικονομία μέσω περιορισμού της χρηματοδότησης.
Ταυτόχρονα, οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις εμφανίζονται ήδη πολύ πιο απαισιόδοξες για την απασχόληση, τον τζίρο και την πρόσβαση σε κεφάλαια. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά κρίσιμο στοιχείο, διότι δείχνει ότι το σοκ αρχίζει να επηρεάζει τις πραγματικές επιχειρηματικές αποφάσεις.
Παρά τα ανησυχητικά αυτά σημάδια, υπάρχει προς το παρόν και ένα θετικό στοιχείο. Οι μακροπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν σχετικά σταθερές. Οι επιχειρήσεις θεωρούν ακόμη ότι το σοκ πιθανότατα θα είναι προσωρινό και δεν έχουν μεταβάλει ουσιαστικά τις εκτιμήσεις τους για τον πληθωρισμό τριών ή πέντε ετών.
Αυτό ακριβώς προσπαθεί να προστατεύσει σήμερα η ΕΚΤ. Αν οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες αποσταθεροποιηθούν, τότε η κατάσταση θα γίνει πολύ πιο δύσκολη. Διότι σε εκείνο το σημείο, ο πληθωρισμός παύει να είναι απλώς ένα προσωρινό ενεργειακό σοκ και αρχίζει να ενσωματώνεται μόνιμα στην οικονομία.
Το δίλημμα για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα γίνεται πλέον εξαιρετικά περίπλοκο και συσχετισμένο με τον χρόνο. Από τη μία πλευρά, η οικονομική δραστηριότητα της Ευρωζώνης παραμένει αδύναμη και η πιστωτική επέκταση υποχωρεί. Από την άλλη πλευρά, ένα νέο ενεργειακό σοκ μπορεί να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό ακριβώς τη στιγμή που οι αγορές περιμένουν συνέχιση της χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής.
Για τις αγορές, αυτό σημαίνει ότι το αφήγημα των γρήγορων και επιθετικών παρεμβάσεων στα επιτόκια ίσως αποδειχθεί υπερβολικά αισιόδοξο. Η ΕΚΤ πιθανότατα θα χρειαστεί να κινηθεί πολύ πιο προσεκτικά από ό,τι περίμενε η αγορά στις αρχές του έτους.
Και όσο η γεωπολιτική αβεβαιότητα διατηρεί υψηλές τις τιμές ενέργειας, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος η Ευρώπη να εισέλθει ξανά σε μια περίοδο χαμηλής ανάπτυξης και επίμονων πληθωριστικών πιέσεων.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι κάτι βαθύτερο. Η νέα κρίση δείχνει ότι η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει εξαιρετικά ευάλωτη σε εξωγενή ενεργειακά σοκ, ακόμη και μετά την εμπειρία της κρίσης του 2022. Και αυτό σημαίνει ότι η ενεργειακή ασφάλεια ίσως εξελιχθεί ξανά στον σημαντικότερο οικονομικό παράγοντα για την Ευρώπη τα επόμενα χρόνια, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για τις εκείθεν επενδύσεις.



