Σε πολλαπλασιαστή πιέσεων σε κάθε παραγωγική και καταναλωτική δραστηριότητα, απειλώντας τις βασικές προβλέψεις για ανάπτυξη 2% και πρωτογενές πλεόνασμα 1,5‑2% του ΑΕΠ στον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό του 2026, εξελίσσεται η κρίση στα Στενά του Ορμούζ. Παραγωγή, μεταφορές, τουρισμός, εισοδήματα και κατανάλωση συμπιέζονται ταυτόχρονα, θέτοντας υπό αμφισβήτηση το πρωτογενές πλεόνασμα και την απασχόληση.
Ωστόσο, κάθε ποσοστιαία μονάδα μείωσης της ιδιωτικής κατανάλωσης αφαιρεί περίπου 200‑250 εκατ. ευρώ από τα έσοδα ΦΠΑ. Ενώ από τη μια οι τιμές καυσίμων «φουσκώνουν» και φέρνουν περισσότερο ΦΠΑ στα κρατικά ταμεία, από την άλλη οι αναλισκόμενες ποσότητες μειώνονται και το κράτος χάνει και έσοδα από ειδικούς φόρους κατανάλωσης (ΕΦΚ).
Τον Ιούλιο, λίγο μετά τα μέσα του έτους, οι εισπράξεις από ΦΠΑ καυσίμων είχαν υπέρβαση 81 εκατ. ευρώ έναντι των στόχων, αλλά τα έσοδα από ΕΦΚ (που επιβάλλονται ως σταθερό ποσό ανά λίτρο ανάλογα με τον τύπο του καυσίμου) έκαναν «βουτιά» 203 εκατ. ευρώ. Περιορισμός του όγκου κατανάλωσης (παρά την αύξηση της αξίας) σημαίνει κίνδυνο μείωσης για την απασχόληση: Οι κλάδοι των μεταφορών, του τουρισμού και του λιανεμπορίου, που απασχολούν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους, βρίσκονται σε συναγερμό.
Εργοδότες αναβάλλουν προσλήψεις, προχωρούν σε περικοπές ωραρίου ή, σε ακραίες περιπτώσεις, σε απολύσεις. Η ανεργία, η οποία είχε υποχωρήσει στο 9‑10% το πρώτο εξάμηνο του 2026, θα μπορούσε έτσι να επιστρέψει σε διψήφια ποσοστά. Αντίστοιχα στους φόρους εισοδήματος, η διαφαινόμενη μείωση καθαρών κερδών των επιχειρήσεων και των μισθών (μέσω περικοπών ωραρίου ή απολύσεων) μειώνει τα έσοδα από φόρο εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων.
Ποιοι κλάδοι πιέζονται
Στην Ελλάδα, η μετάδοση στην πραγματική οικονομία είναι άμεση και πολυεπίπεδη:
- Παραγωγή: Οι βιομηχανίες έντασης ενέργειας (τρόφιμα‑ποτά, χημικά, τσιμέντα, μέταλλα) βλέπουν το κόστος λειτουργίας να εκτοξεύεται. Ως πρώτη γραμμή άμυνας, πολλές μονάδες αναγκάζονται να προβούν σε μείωση ωραρίου ή προσωρινή παύση, με άμεση επίπτωση στην προστιθέμενη αξία και στη φορολογική βάση (ΦΠΑ, φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων).
- Μεταφορές: Οι οδικές μεταφορές, η ναυτιλία εσωτερικού και οι αερομεταφορές λειτουργούν με καύσιμα που ακολουθούν το Brent. Η αύξηση κατά 30‑40% στις τιμές λιανικής της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης μεταφράζεται σε υψηλότερα κόστη διανομής, τα οποία μετακυλύονται εν μέρει στις τιμές των αγαθών (πληθωρισμός) και εν μέρει απορροφώνται από τις επιχειρήσεις (μείωση περιθωρίων κέρδους και φόρου εισοδήματος).
- Τουρισμός: Ο κλάδος, που αντιπροσωπεύει άμεσα και έμμεσα πάνω από 20% του ΑΕΠ, βρίσκεται σε διπλή πίεση. Αφενός, οι αυξημένες τιμές αεροπορικών εισιτηρίων και καυσίμων διεθνώς απειλούν να μειώσουν τη ζήτηση από αγορές όπως η Γερμανία και οι ΗΠΑ. Αφετέρου, τα ξενοδοχεία και οι επιχειρήσεις εστίασης βλέπουν τους λογαριασμούς ρεύματος και φυσικού αερίου να εκτοξεύονται, συμπιέζοντας τα περιθώρια κέρδους και την ικανότητα για επενδύσεις και προσλήψεις, μετακυλίοντας το βάρος στους καταναλωτές.
- Εισοδήματα - κατανάλωση: Ο ενεργειακός πληθωρισμός λειτουργεί ως «αόρατη φορολογία» για τα νοικοκυριά. Κάθε αύξηση κατά 10 δολάρια στο βαρέλι του Brent εκτιμάται ότι μπορεί να αφαιρέσει έως και 0,3‑0,5 ποσοστιαίες μονάδες από τον ρυθμό ανάπτυξης της ευρωζώνης, μέσω της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος. Στην Ελλάδα, όπου ο μέσος μισθός παραμένει κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα, η συμπίεση της κατανάλωσης είναι άμεση: λιγότερες αγορές, λιγότερος ΦΠΑ, λιγότερα έσοδα για τον προϋπολογισμό.
- Στέγαση και διατροφή: Οι λογαριασμοί ρεύματος και φυσικού αερίου αντιπροσωπεύουν ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο του οικογενειακού προϋπολογισμού, ενώ οι τιμές των τροφίμων αυξάνονται λόγω του υψηλότερου κόστους μεταφοράς και ψύξης. Το αποτέλεσμα είναι η αναβολή ή ακύρωση άλλων δαπανών (ένδυση, ηλεκτρικές συσκευές, διασκέδαση), με πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στην ύφεση της ζήτησης.



