Η Ελλάδα έχει κάνει μεγάλη πρόοδο μετά την κρίση χρέους και αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από την ευρωζώνη. Η οικονομική αποκατάσταση, όμως, παραμένει ανολοκλήρωτη, διότι, ενώ τα οικονομικά του Δημοσίου έχουν βελτιωθεί αισθητά, δεν έχει συμβεί το ίδιο με την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγουν οικονομολόγοι της Bank of America, σε έκθεσή τους για το πόσο έχουν ξεπεράσει τις ανισορροπίες της κρίσης η Ελλάδα, η Ισπανία, η Ιταλία και η Πορτογαλία.
Η BofA αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει βελτιώσει σημαντικά τη δημοσιονομική της θέση. Παράλληλα, προβλέπει ανάπτυξη 1,7% το 2026, 1,8% το 2027 και 1,7% το 2028. Οι αντίστοιχες εκτιμήσεις της για το σύνολο της ευρωζώνης είναι αισθητά χαμηλότερες, στο 0,5%, στο 1,3% και στο 1,1%.
Η ελληνική οικονομία αναμένεται, επομένως, να παραμείνει μεταξύ εκείνων με τις ισχυρότερες αναπτυξιακές επιδόσεις στην περιοχή. Πίσω από αυτή τη θετική εικόνα, όμως, η BofA εντοπίζει επίμονες αδυναμίες στην αποταμίευση, στις επενδύσεις και γενικότερα στην οικονομική θέση του ιδιωτικού τομέα.
Η εξαίρεση της Νότιας Ευρώπης
Οι τέσσερις χώρες ακολούθησαν πολύ διαφορετικούς δρόμους μετά την κρίση. Στην Ισπανία, η μεγάλη αλλαγή προήλθε από τον ιδιωτικό τομέα, καθώς νοικοκυριά και επιχειρήσεις περιόρισαν τον δανεισμό τους και ενίσχυσαν την οικονομική τους θέση, αντισταθμίζοντας τις ασθενέστερες επιδόσεις του Δημοσίου. Στην Ιταλία, επίσης, τα οικονομικά των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων είναι πλέον ισχυρότερα, ενώ το κράτος παραμένει ο αδύναμος κρίκος. Η Πορτογαλία ξεχωρίζει επειδή έχει πετύχει ευρύτερη βελτίωση, η οποία αφορά το Δημόσιο, τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Η Ελλάδα κινήθηκε διαφορετικά. Ο κρατικός τομέας έχει βελτιώσει ουσιαστικά τη θέση του μετά την κρίση χρέους, αλλά η πρόοδος αυτή δεν έχει περάσει με την ίδια ένταση στην υπόλοιπη οικονομία. Η BofA περιγράφει έτσι την Ελλάδα ως τη βασική εξαίρεση μεταξύ των τεσσάρων χωρών. Όπως αναφέρει, η οικονομική θέση του ιδιωτικού τομέα αποτελεί πλέον πηγή ισχύος σχεδόν σε ολόκληρη τη Νότια Ευρώπη, εκτός από την Ελλάδα.
Τα νοικοκυριά δεν αποταμιεύουν
Η βασική ελληνική αδυναμία εντοπίζεται στα νοικοκυριά. Για να την αποτυπώσει, η BofA εξετάζει εάν κάθε τμήμα της οικονομίας διαθέτει αρκετή αποταμίευση για να χρηματοδοτήσει τις επενδύσεις και τις υπόλοιπες ανάγκες του. Όταν το αποτέλεσμα είναι θετικό, ο συγκεκριμένος τομέας διαθέτει πλεόνασμα και μπορεί ουσιαστικά να χρηματοδοτεί άλλους. Όταν είναι αρνητικό, χρειάζεται χρηματοδότηση από άλλες πηγές.
Την περίοδο 2023-2025, τα ελληνικά νοικοκυριά εμφανίζουν κατά μέσο όρο έλλειμμα ίσο με 4% του ΑΕΠ. Με απλά λόγια, η αποταμίευσή τους δεν επαρκεί για να καλύψει συνολικά τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες.
Η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική στις υπόλοιπες χώρες. Τα νοικοκυριά εμφανίζουν πλεόνασμα 3,8% του ΑΕΠ στην Ιταλία, 3% στην Ισπανία και 2,6% στην Πορτογαλία.
Σύμφωνα με την BofA, τα ελληνικά νοικοκυριά δεν κατάφεραν μετά την κρίση να μετατραπούν σε έναν ισχυρό αποταμιευτικό πυλώνα της οικονομίας. Η τράπεζα συνδέει την αδυναμία αυτή με την ασθενή εξέλιξη των εισοδημάτων και με τη μακρά προσπάθεια αποκατάστασης των οικονομικών τους.

Οι επιχειρήσεις χρειάζονται χρηματοδότηση
Ανάλογη μεταβολή καταγράφεται στις επιχειρήσεις. Πριν από την κρίση, οι ελληνικές μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, ως σύνολο, διέθεταν περισσότερους δικούς τους πόρους από όσους χρειάζονταν για τις επενδύσεις τους. Εμφάνιζαν έτσι πλεόνασμα 2,5% του ΑΕΠ την περίοδο 2000-2008, το οποίο αυξήθηκε στο 3% την περίοδο 2013-2019.
Μετά την πανδημία, όμως, η εικόνα αντιστράφηκε. Την περίοδο 2023-2025 οι επιχειρήσεις εμφανίζουν χρηματοδοτικό έλλειμμα 0,7% του ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζονται πλέον κεφάλαια από άλλους τομείς της οικονομίας ή από το εξωτερικό για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Η αλλαγή αυτή, βέβαια, δεν είναι από μόνη της απαραίτητα αρνητική, καθώς ο δανεισμός μπορεί να χρηματοδοτεί νέες επενδύσεις. Όμως, σύμφωνα με τους αναλυτές της BofA, σε συνδυασμό με την αδύναμη αποταμίευση των νοικοκυριών, αφήνει την εγχώρια οικονομία με μικρότερη δεξαμενή διαθέσιμων κεφαλαίων σε σχέση με τις άλλες χώρες.
Στο Δημόσιο συμβαίνει το αντίθετο. Το μέσο έλλειμμα περιορίζεται από 6,7% του ΑΕΠ την περίοδο 2000-2008 σε 2% το 2013-2019 και σε 1,3% την περίοδο 2023-2025.
Με άλλα λόγια, η ελληνική προσαρμογή στηρίχθηκε κυρίως σε μια εξαιρετικά μεγάλη δημοσιονομική διόρθωση και στη μεγάλη υποχώρηση της εσωτερικής ζήτησης κατά την κρίση, και όχι σε μια ευρεία αύξηση της ιδιωτικής αποταμίευσης.
Εξωτερικό έλλειμμα
Πριν από την κρίση, η Ελλάδα αγόραζε από το εξωτερικό πολύ περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες από όσα μπορούσε να καλύψει με τις δικές της εξαγωγές και τα εισοδήματα που εισέρρεαν στη χώρα. Αυτό την καθιστούσε εξαρτημένη από τη χρηματοδότηση του εξωτερικού. Η μεγάλη αυτή ανισορροπία περιορίστηκε μετά την κρίση. Η BofA επισημαίνει, όμως, ότι η διόρθωση δεν προήλθε μόνο από την ενίσχυση της παραγωγής και των εξαγωγών. Οι υπηρεσίες ανέκαμψαν, αλλά σημαντικό μέρος της προσαρμογής οφειλόταν στην κατάρρευση των εισαγωγών, καθώς νοικοκυριά και επιχειρήσεις περιόρισαν απότομα τις δαπάνες τους.
Η ποιότητα της ελληνικής προσαρμογής είναι, επομένως, πιο αδύναμη από εκείνη της Ισπανίας, όπου η βελτίωση στηρίχθηκε σε περισσότερες πηγές, δηλαδή στις εξαγωγές αγαθών, στις υπηρεσίες και, σε κάποιον βαθμό, στα εισοδήματα από το εξωτερικό.

Παράλληλα, οι επενδύσεις κατέρρευσαν στην Ελλάδα πολύ περισσότερο από ό,τι στις άλλες τρεις χώρες. Παρά την πρόσφατη ανάκαμψη, παραμένουν χαμηλές σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας και αισθητά χαμηλότερες από τα επίπεδα πριν από την κρίση.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να χρωστά
Η BofA εξετάζει και τη συνολική οικονομική σχέση κάθε χώρας με τον υπόλοιπο κόσμο. Ο σχετικός δείκτης συγκρίνει την αξία όσων κατέχουν οι κάτοικοι και οι επιχειρήσεις μιας χώρας στο εξωτερικό με τις υποχρεώσεις τους προς ξένους επενδυτές και πιστωτές. Εάν οι υποχρεώσεις είναι μεγαλύτερες, η χώρα έχει αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση. Αυτό δεν σημαίνει ότι βρίσκεται άμεσα μπροστά σε πρόβλημα χρηματοδότησης, αλλά δείχνει ότι διατηρεί μεγάλο απόθεμα υποχρεώσεων προς το εξωτερικό.
Η Ιταλία έχει πλέον μετατραπεί από καθαρό οφειλέτη σε καθαρό πιστωτή. Η Ισπανία και η Πορτογαλία έχουν περίπου υποδιπλασιάσει τις καθαρές εξωτερικές υποχρεώσεις τους σε σχέση με τα υψηλότερα επίπεδά τους, αν και παραμένουν καθαροί οφειλέτες.
Η Ελλάδα, αντίθετα, εξακολουθεί να εμφανίζει βαθιά αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση, παρά τη σημαντική μείωση των εξωτερικών ελλειμμάτων της. Οι παλαιές αυτές υποχρεώσεις συνεπάγονται και πληρωμές τόκων, μερισμάτων και άλλων εισοδημάτων προς το εξωτερικό. Ελλάδα και Πορτογαλία βρίσκονται στις ασθενέστερες θέσεις, με ελλείμματα στα συγκεκριμένα εισοδήματα που συχνά κυμαίνονται μεταξύ 2% και 3% του ΑΕΠ.
Μεταξύ άλλων, οι οικονομολόγοι της BofA τονίζουν ότι η Ελλάδα έχει βελτιώσει -κυρίως- την ικανότητά της να εξυπηρετεί το χρέος της. Η πρόοδος είναι μικρότερη σε δύο άλλους κρίσιμους τομείς, ήτοι στη δυνατότητα δημιουργίας επαρκών δικών της κεφαλαίων και στη μείωση του βάρους των συνολικών υποχρεώσεων σε σχέση με εισοδήματα και περιουσιακά στοιχεία.
Ο συνολικός δείκτης οικονομικής ανθεκτικότητας της Ελλάδας βρίσκεται κοντά στον ιστορικό μέσο όρο της χώρας. Η γενική εικόνα που δίνουν οι αναλυτές της Bank of America είναι ότι η Ελλάδα έχει απομακρυνθεί σημαντικά από τις αδυναμίες της κρίσης, κυρίως χάρη στην εξυγίανση του Δημοσίου. Η αποκατάσταση, όμως, δεν έχει ακόμη αποκτήσει το εύρος που παρατηρείται στις άλλες οικονομίες του Νότου, καθώς δεν στηρίζεται στον ίδιο βαθμό σε ισχυρότερα νοικοκυριά και επιχειρήσεις.



