Υπάρχουν αποφάσεις που κλείνουν υποθέσεις και αποφάσεις που ανοίγουν νέες. Η απόφαση του Αρείου Πάγου έκλεισε μεν την πολυετή εκκρεμότητα ως προς τον τρόπο ανατοκισμού των οφειλών που έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη, άφησε όμως ανοικτή τη συζήτηση γύρω από την αναδρομική προσαρμογή των υφιστάμενων ρυθμίσεων και της πρακτικής εφαρμογής στις χιλιάδες υποθέσεις (αφορά 70.000 - 80.000 δανειολήπτες) που βρίσκονται σε πορεία αποπληρωμής.
Ως εκ τούτου, το επόμενο διάστημα αναμένεται να φανεί αν θα υπάρξει μια οργανωμένη εξωδικαστική διαχείριση των υποθέσεων ή αν θα ανοίξει ένας νέος κύκλος ατομικών διεκδικήσεων από τους δανειολήπτες. Όσο παραμένει ανοικτό το ερώτημα της προσαρμογής των υφιστάμενων ρυθμίσεων, τόσο μετατίθεται χρονικά και η οριστική αποτύπωση των συνεπειών της απόφασης στα χαρτοφυλάκια που έχουν τιτλοποιηθεί μέσω του «Ηρακλή».
Το γεγονός αυτό δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς τη στάση που θα τηρήσουν οι εταιρείες διαχείρισης το επόμενο διάστημα. Παράγοντες με γνώση του θέματος υπενθυμίζουν ότι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισαν διαχρονικά οι τράπεζες κατά την περίοδο του νόμου Κατσέλη δεν προήλθε από τις ίδιες τις ρυθμίσεις, αλλά από το καθεστώς αναστολής καταβολών που ίσχυσε έως την οριστική εκδίκασή τους. Για τον λόγο αυτό εκτιμούν ότι η αγορά έχει ισχυρό κίνητρο να αναζητήσει λύσεις σε επίπεδο διαχείρισης πριν δημιουργηθεί ένας νέος κύκλος αμφισβητήσεων.
Υπό τις συνθήκες αυτές, οι ίδιοι παράγοντες εκτιμούν ότι οι εταιρείες διαχείρισης θα κληθούν να σταθμίσουν προσεκτικά τις επιλογές τους ως προς τη διαχείριση των υποθέσεων που επηρεάζονται από την απόφαση.
Μία προσέγγιση θα μπορούσε να προβλέπει τη διατήρηση του ύψους της μηνιαίας καταβολής με αντίστοιχη μείωση της διάρκειας αποπληρωμής, έτσι ώστε τα ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί να ληφθούν υπόψη μέσω ταχύτερης εξόφλησης της οφειλής. Μία δεύτερη προσέγγιση θα μπορούσε να κινηθεί προς τη διατήρηση της διάρκειας που έχει ορίσει η δικαστική απόφαση, με αναπροσαρμογή των μελλοντικών δόσεων ώστε να συνυπολογιστούν ποσά τα οποία, κατά την ερμηνεία που υιοθέτησε ο Άρειος Πάγος, ενδεχομένως έχουν ήδη καταβληθεί.
Υπάρχει τέλος και μία τρίτη, σαφώς πιο περιορισμένη κατηγορία υποθέσεων, στις οποίες ενδέχεται να τεθεί ζήτημα επιστροφής ποσών. Πρόκειται για περιπτώσεις όπου, μετά από ενδεχόμενο επανυπολογισμό, θα μπορούσε να προκύψει ότι η οφειλή έχει ήδη εξοφληθεί πλήρως. Παράγοντες της αγοράς σημειώνουν ότι στις περιπτώσεις όπου εξακολουθεί να υφίσταται οφειλή, η όποια διαφορά θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μέσω ενός μηχανισμού συμψηφισμού, ενώ ζήτημα επιστροφής ποσών θα μπορούσε να τεθεί μόνο σε περιπτώσεις πλήρους εξόφλησης. Τέτοιες περιπτώσεις πάντως είναι περιορισμένες, δεδομένου ότι η συντριπτική πλειονότητα των σχετικών δικαστικών αποφάσεων προβλέπει περιόδους αποπληρωμής που εκτείνονται σε ορίζοντα 20 - 30 ετών.
Εφόσον ανοίξει κύκλος νέων διεκδικήσεων ή επανυπολογισμών, η αγορά ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη και με μία δεύτερη πρόκληση. Από το σκεπτικό της απόφασης προκύπτει ότι στις ρυθμίσεις κυμαινόμενου επιτοκίου ο υπολογισμός συνδέεται με το επιτόκιο που ισχύει κατά τον χρόνο καταβολής κάθε δόσης. Αυτό σημαίνει ότι τυχόν επανυπολογισμοί δεν θα περιορίζονται σε μια απλή αναπροσαρμογή του υπολοίπου της οφειλής, αλλά θα απαιτούν εξέταση των επιτοκίων που ίσχυαν κατά τις επιμέρους περιόδους αποπληρωμής. Αντίθετα, στις περιπτώσεις σταθερού επιτοκίου η άσκηση εμφανίζεται σαφώς απλούστερη.



