Η επιτάχυνση της ευρωπαϊκής απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο αναδιαμορφώνει τον ενεργειακό χάρτη της περιοχής, δημιουργώντας ένα νέο τοπίο όπου η ασφάλεια εφοδιασμού, η διαφοροποίηση πηγών και οι υποδομές LNG αποκτούν στρατηγικό ρόλο.
Σε αυτό το πλαίσιο, το FSRU Αλεξανδρούπολης λειτουργεί ήδη ως βασική πύλη εισόδου εναλλακτικών προμηθειών προς την Ελλάδα και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ενώ η ανάγκη για ένα δεύτερο FSRU στη Θράκη συνδέεται με τη διεύρυνση της περιφερειακής ζήτησης και τον ενισχυμένο εξαγωγικό προσανατολισμό της χώρας. Ο συνδυασμός των δύο υποδομών δημιουργεί λειτουργική ευελιξία στο εγχώριο σύστημα, ενισχύει την ανθεκτικότητα του εφοδιασμού και αναβαθμίζει τη θέση της Ελλάδας ως κόμβου διαμετακόμισης προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Παρά τις προκλήσεις που θέτει το ευρωπαϊκό πλαίσιο χρηματοδότησης για νέες υποδομές φυσικού αερίου, η μεταβατική φύση του καυσίμου, η ανάγκη κάλυψης του κενού που αφήνει το ρωσικό αέριο και η σημασία της ενεργειακής ασφάλειας διαμορφώνουν συνθήκες που επαναφέρουν στο προσκήνιο τη δυνατότητα στήριξης έργων στρατηγικού χαρακτήρα.
FSRU Αλεξανδρούπολης και νέος τερματικός LNG Θράκης: Διπλό ενεργειακό πλεονέκτημα για την Ελλάδα, με αυξημένη ευελιξία και ενισχυμένη εξαγωγική δυναμική
Σε μια περίοδο γεωπολιτικών ανακατατάξεων και ενεργειακής αναδιάρθρωσης στην Ευρώπη, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε κρίσιμο κόμβο εισαγωγής και διαμετακόμισης φυσικού αερίου. Ο συνδυασμός του FSRU Αλεξανδρούπολης με τον σχεδιαζόμενο τερματικό LNG Θράκης διαμορφώνει μια νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική, ενισχύοντας την ευελιξία του εγχώριου συστήματος και διευρύνοντας τον ρόλο της χώρας στις περιφερειακές ροές και στις εξαγωγές προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Ο Τερματικός Σταθμός LNG Αλεξανδρούπολης αποτελείται από μια Πλωτή Μονάδα Αποθήκευσης και Επαναεριοποίησης (FSRU) και τις μόνιμες υποδομές που τη συνδέουν με το Εθνικό Σύστημα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου. Η μονάδα είναι μόνιμα αγκυροβολημένη 17,6 χλμ. νοτιοδυτικά της Αλεξανδρούπολης και περίπου 10 χλμ. από την πλησιέστερη ακτή, με χωρητικότητα δεξαμενών 153.500 κ.μ. LNG και μέγιστη δυναμικότητα επαναεριοποίησης 5,5 δισ. κ.μ. ετησίως, που αντιστοιχεί σε περίπου 50-55 τυπικά φορτία LNG. Η εμπορική λειτουργία ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2024 και η δυναμικότητα είναι σχεδόν πλήρως δεσμευμένη έως το 2030, γεγονός που αποτυπώνει ισχυρή ζήτηση από την περιφερειακή αγορά. Πιο συγκεκριμένα,15 χρήστες έχουν δεσμεύσει σχεδόν το 100% της χωρητικότητας για την περίοδο Οκτώβριος 2025 – Σεπτέμβριος 2030, με συμμετοχή εταιρειών από Ελλάδα, Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία και Βόρεια Μακεδονία, ενώ η αμερικανική Venture Global LNG έχει δεσμεύσει το 25% της χωρητικότητας.
Το συνολικό κόστος κατασκευής του έργου ανήλθε σε 484 εκατ. ευρώ (χωρίς το κόστος χρηματοδότησης). Η χρηματοδότηση περιλάμβανε 226,6 εκατ. ευρώ από το Πρόγραμμα Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΣΠΑ) και δανειακή χρηματοδότηση 190 εκατ. ευρώ από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με ανταγωνιστικούς όρους.
Παράλληλα σχεδιάζεται ο Τερματικός Σταθμός LNG Θράκης, επίσης με πλωτή μονάδα FSRU και μόνιμες υποδομές σύνδεσης με το Εθνικό Σύστημα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου ή/και τον TAP. Η μονάδα θα αγκυροβολήσει περίπου 9 χλμ. νοτιοδυτικά της Αλεξανδρούπολης και 8 χλμ. από την πλησιέστερη ακτή, με χωρητικότητα αποθήκευσης 170.000-185.000 κ.μ. LNG και μέγιστη δυναμικότητα επαναεριοποίησης 6 δισ. κ.μ. ετησίως, που αντιστοιχεί σε περίπου 60 φορτία LNG. Η άδεια ΑΣΦΑ έχει εκδοθεί από τη Ρυθμιστική Αρχή, η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων εγκρίθηκε τον Ιανουάριο 2026, ενώ εάν η επενδυτική απόφαση ληφθεί μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2027, η έναρξη εμπορικής λειτουργίας τοποθετείται εντός του 2028 και το εκτιμώμενο επενδυτικό κόστος ανέρχεται σε 550-600 εκατ. ευρώ, με εξαγωγική στόχευση και διεύρυνση του γεωγραφικού αποτυπώματος προς αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (Ουγγαρία, Σλοβακία, Μολδαβία, Ουκρανία).
Τι θα κερδίσει η Ελλάδα από ένα νέο FSRU
Η τελική επενδυτική απόφαση για το δεύτερο FSRU στη Θράκη συνδέεται πρωτίστως με τη ζήτηση στην ευρύτερη περιοχή. Η ανάγκη για νέες υποδομές θεωρείται δεδομένη, καθώς θα κληθούν να εξυπηρετήσουν προμήθειες –κυρίως LNG– που θα αντικαταστήσουν το ρωσικό αέριο (εφόσον ισχύει το καθεστώς του phase-out). Η ζήτηση δεν περιορίζεται στην ελληνική αγορά, όπου το κενό από τη σταδιακή κατάργηση του ρωσικού αερίου —που εκτιμάται περίπου στο 40% των προμηθειών— μπορεί σε μεγάλο βαθμό να καλυφθεί από τα υφιστάμενα τερματικά της Αλεξανδρούπολης και της Ρεβυθούσας, αλλά επεκτείνεται στην περιφερειακή αγορά της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Με δεδομένο ότι η εξαγωγική δυνατότητα των υφιστάμενων υποδομών παραμένει περιορισμένη, ένα δεύτερο τερματικό στη Θράκη θεωρείται κρίσιμο για την ενίσχυση του εξαγωγικού προσανατολισμού της χώρας και την κάλυψη των αιχμών ζήτησης.
Στην αξιολόγηση του έργου, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται σε τρεις διαρθρωτικούς παράγοντες. Πρώτον, στην τεχνογνωσία και την επιχειρησιακή εμπειρία που έχει αναπτυχθεί από την υλοποίηση και λειτουργία του υφιστάμενου τερματικού, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή ενεργειακών φορέων με παρουσία και διαχειριστικό ρόλο σε περισσότερες αγορές της περιοχής, γεγονός που μειώνει τεχνικούς και λειτουργικούς κινδύνους. Δεύτερον, στη γεωγραφική θέση της Θράκης, η οποία βρίσκεται σε άμεση εγγύτητα με βασικούς εξαγωγικούς άξονες προς τον Εύξεινο Πόντο —διάδρομο που εκτιμάται ότι σε πλήρη ανάπτυξη μπορεί να συγκεντρώνει περίπου το 60-65% της ελληνικής εξαγωγικής δραστηριότητας φυσικού αερίου. Και τρίτον, στη λειτουργική εγγύτητα με το υφιστάμενο FSRU Αλεξανδρούπολης, που δημιουργεί σημαντικές συνέργειες, επιτρέποντας κατανομή φορτίων, συντονισμένη λειτουργία και αυξημένη επιχειρησιακή ευελιξία, χωρίς καθυστερήσεις ή ανάγκη μεταφοράς σε άλλους λιμένες. Στο ίδιο πλαίσιο, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν και οι ήδη εδραιωμένες ενεργειακές σχέσεις με περιφερειακές αγορές, όπως της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της Βόρειας Μακεδονίας και της Σερβίας, οι οποίες ενισχύουν τη σταθερότητα της ζήτησης και τη διασυνοριακή λειτουργικότητα του έργου.
Η πρόκληση της χρηματοδότησης και η αναπροσαρμογή της ευρωπαϊκής στρατηγικής
Με βάση το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο REPowerEU για το ρωσικό αέριο, η ΕΕ «κλειδώνει» μια σταδιακά κλιμακούμενη απαγορευτική αρχιτεκτονική: οι εισαγωγές ρωσικού LNG και αερίου αγωγών περιορίζονται με μεταβατικές περιόδους για υφιστάμενα συμβόλαια, ώστε να αποφευχθούν αναταράξεις στην αγορά, και με τελικό στόχο την πλήρη απαγόρευση του ρωσικού LNG από τις αρχές του 2027 και του αερίου αγωγών από το φθινόπωρο του 2027. Το πλαίσιο συνοδεύεται από αυστηρότερη παρακολούθηση, έλεγχο συμμόρφωσης και ενίσχυση της διαφοροποίησης προμηθευτών και οδεύσεων, δημιουργώντας παράλληλα την ανάγκη ανάπτυξης νέων υποδομών που θα καλύψουν το κενό εφοδιασμού. Σε αυτό το σημείο εντάσσεται η συζήτηση για το δεύτερο FSRU στη Θράκη, το οποίο όμως αντιμετωπίζει αντικειμενικές δυσκολίες χρηματοδότησης, καθώς η ευρωπαϊκή χρηματοδοτική αρχιτεκτονική έχει απομακρυνθεί από νέα έργα φυσικού αερίου και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων δεν στηρίζει από το 2021 αντίστοιχες υποδομές, εκτός εάν αυτές τεκμηριωθούν ως καθαρά μεταβατικές ή τεχνικά μετατρέψιμες.
Παρά τους περιορισμούς, υφίσταται ένα περιορισμένο «παράθυρο» μέσω της EU Taxonomy, που επιτρέπει υπό αυστηρές προϋποθέσεις την ένταξη δραστηριοτήτων φυσικού αερίου ως μεταβατικών. Για να υπάρξει ουσιαστική ευρωπαϊκή χρηματοδοτική στήριξη για το δεύτερο τερματικό LNG στη Θράκη, θα απαιτούνταν στοχευμένη πολιτική εξαίρεση με σαφή τεκμηρίωση ότι πρόκειται για έργο κρίσιμο για το phase-out των ρωσικών ροών και για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Την ίδια στιγμή, αυξανόμενες πιέσεις από την αγορά προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητούν επανεξέταση της χρηματοδοτικής στάσης, καθώς τα δεδομένα έχουν μεταβληθεί μετά την επιτάχυνση της απεξάρτησης από το ρωσικό αέριο. Στο νέο αυτό περιβάλλον, το φυσικό αέριο αναγνωρίζεται ως μεταβατικό καύσιμο της πράσινης μετάβασης και κρίσιμος παράγοντας ενεργειακής ασφάλειας, δημιουργώντας την ανάγκη για στοχευμένες επενδύσεις σε υποδομές που θα καλύψουν το εφοδιαστικό κενό. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Gastrade, Κωνσταντίνος Σιφναίος, σε σχετική παρουσίαση του έργου του FSRU Αλεξανδρούπολης στους δημοσιογράφους την Τετάρτη, εξέφρασε την εκτίμηση ότι εντός του 2026 η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να επανεξετάσει τη στάση της απέναντι σε έργα ειδικού σκοπού που συνδέονται με την ασφάλεια εφοδιασμού, ενισχύοντας έτσι την ανταγωνιστικότητα και τη λειτουργική αποτελεσματικότητα του Κάθετου Διαδρόμου.
Σε καθαρά οικονομικούς όρους, το δεύτερο τερματικό στη Θράκη αποτελεί επένδυση ύψους περίπου 450-600 εκατ. ευρώ, η οποία πρέπει να λειτουργήσει σε ανταγωνιστικό περιβάλλον και να παραμείνει βιώσιμη εμπορικά. Η ανταγωνιστικότητα ως προς τα τιμολόγια, το κόστος μεταφοράς και τις υποδομές είναι καθοριστική, καθώς οι αγορές στις οποίες στοχεύει διαθέτουν εναλλακτικές οδεύσεις μέσω υποδομών σε Πολωνία, Γερμανία και Λιθουανία. Οι συμβάσεις αποτελούν βασική προϋπόθεση για τραπεζική χρηματοδότηση.
Η σημασία της χρηματοδότησης αποτυπώνεται και στην περίπτωση του FSRU Αλεξανδρούπολης, όπου η ευρωπαϊκή συμβολή περίπου 220-225 εκατ. ευρώ συνδέθηκε με την ανάγκη κάλυψης χρηματοδοτικού κενού και διαμόρφωσης ανταγωνιστικών ταριφών, ώστε να διασφαλιστεί επαρκής πελατειακή βάση και να περιοριστούν επιβαρύνσεις στην αγορά και στους καταναλωτές, σε μια υποδομή που επηρεάζει άμεσα την ασφάλεια εφοδιασμού.
Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι έργα ενεργειακής ασφάλειας συνεχίζουν να χρηματοδοτούνται ισχυρά σε εθνικό επίπεδο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Γερμανίας, όπου νέα τερματικά LNG αναπτύχθηκαν με σημαντική κρατική στήριξη προκειμένου να διασφαλιστεί ο εφοδιασμός μετά τη μείωση των ρωσικών ροών. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι, παρά τη μετατόπιση της ευρωπαϊκής χρηματοδοτικής πολιτικής, η ανάγκη για υποδομές φυσικού αερίου παραμένει ισχυρή και ότι έργα που συνδέονται με την ενεργειακή ασφάλεια —όπως το δεύτερο FSRU στη Θράκη— απαιτούν εθνική και ευρωπαϊκή στήριξη, ιδίως σε μια περίοδο όπου η απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο προϋποθέτει νέες πηγές και νέες υποδομές.
Ο Κάθετος Διάδρομος και η συνάντηση στην Ουάσιγκτον
Ο Κάθετος Διάδρομος αναδεικνύεται σε κρίσιμη υποδομή για την ενεργειακή και γεωοικονομική αναδιάταξη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, συνδέοντας την Ελλάδα με Βουλγαρία, Σερβία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Σλοβακία Μολδαβία και Ουκρανία, και επιτρέποντας τη ροή φυσικού αερίου από τον Νότο προς τον Βορρά, ανεξάρτητα από τις παραδοσιακές ανατολικές οδεύσεις. Στην καρδιά αυτού του άξονα βρίσκεται το FSRU Αλεξανδρούπολης, το οποίο σε συνδυασμό με τον αγωγό IGB (Ελλάδα–Βουλγαρία) και τις αναβαθμίσεις των εθνικών συστημάτων μεταφοράς δημιουργεί έναν νέο, ευέλικτο διάδρομο τροφοδοσίας για αγορές που μέχρι πρόσφατα εξαρτώνταν σε ποσοστά άνω του 60%–80% από ρωσικό αέριο.
Η σύνοδος στις 24 Φεβρουαρίου για τον Κάθετο Διάδρομο στην Ουάσιγκτον αναμένεται να λειτουργήσει ως κομβικό σημείο σύγκλισης γεωπολιτικής, ενεργειακής ασφάλειας και επενδυτικής στρατηγικής συνδέοντας άμεσα το FSRU Αλεξανδρούπολης με τη διατλαντική αλυσίδα LNG και τη μακροπρόθεσμη διαφοροποίηση των ευρωπαϊκών προμηθειών. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι διαπραγματεύσεις για πολυετείς συμβάσεις προμήθειας αμερικανικού LNG, με την κοινοπραξία ATLANTIC SEE LNG να επιδιώκει συμφωνίες που μπορούν να φτάσουν έως περίπου 15 bcm ετησίως σε ορίζοντα έως 20 ετών, ποσότητες που προορίζονται να διοχετευθούν μέσω της Ελλάδας προς τα Βαλκάνια, την Κεντρική Ευρώπη και την Ουκρανία. Παράλληλα, κεντρικό θέμα της συνόδου αποτελεί η εξασφάλιση δανειακής χρηματοδότησης και η άρση ρυθμιστικών εμποδίων, με ενεργό συμμετοχή αμερικανικών θεσμών όπως η U.S. EXIM Bank και η U.S. International Development Finance Corporation (DFC).
Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται στο νέο γεωπολιτικό πλαίσιο που διαμορφώνει η σταδιακή απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο, καθώς η περιοχή του Κάθετου Διαδρόμου αντιμετωπίζει σημαντικό ενεργειακό κενό 35 bcm, καθιστώντας το LNG βασικό παράγοντα κάλυψης της ζήτησης. Σε αυτό το πλαίσιο, το FSRU Αλεξανδρούπολης λειτουργεί ως στρατηγική πύλη εισόδου και κόμβος διαμετακόμισης προς τη Νοτιοανατολική και Ανατολική Ευρώπη, ενώ η εμπλοκή της ATLANTIC SEE LNG και των αμερικανικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών ενισχύει τη διατλαντική ενεργειακή συνεργασία και επιταχύνει τη μετατροπή του Κάθετου Διαδρόμου από γεωπολιτικό σχέδιο σε λειτουργικό ενεργειακό άξονα με μακροχρόνια συμβόλαια και αυξημένη ασφάλεια εφοδιασμού για την ευρωπαϊκή αγορά.