Με εντυπωσιακή «επίδοση» όσον αφορά τις εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας ξεκίνησε το 2026. Έτσι, μετά το άλμα στις εξαγωγές το 2025, όπου το «καθαρό» ισοζύγιο εισροών-εκροών έχρισε την Ελλάδα τροφοδότη όλων των γειτονικών αγορών με τις οποίες διασυνδέεται (εκτός της Τουρκίας), και το νέο έτος «έκανε ποδαρικό» με τη χώρα μας σε ρόλο… πρίζας για την ευρύτερη περιοχή.
Πέρυσι ήταν η δεύτερη συνεχόμενη χρονιά που η Ελλάδα ήταν καθαρός εξαγωγέας ενέργειας. Όπως είχε επισημαίνει σε ανάρτησή του ο Υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, το 2025 οι «καθαρές» εξαγωγές 10πλασιάστηκαν σε ετήσια βάση. Και φυσικά δεν υπάρχει καμία σύγκριση με την Ελλάδα του 2019, που εισήγαγε περίπου το 18% των αναγκών της.
Σύμφωνα με τον κ. Τσάφο, οι «καθαρές» εξαγωγές μειώνουν το εμπορικό έλλειμμα της χώρας (το οποίο το 2023 είχε επιβαρυνθεί με 575 εκατ. ευρώ από τις εισροές ρεύματος). Ωστόσο, το σημαντικότερο είναι πως αποτελούν ένδειξη για το ότι η χώρα μας έχει χαμηλότερες χονδρεμπορικές τιμές σε σχέση με τους γείτονές της.
Θετικό «ποδαρικό» το 2026
Υπό αυτή την έννοια, ο πρώτος μήνας του έτους συνεχίζει με ακόμη πιο θετική δυναμική, σε σχέση με το 2025. Απόδειξη το γεγονός ότι οι «καθαρές» εξαγωγές έφτασαν τις 1.256 Γιγαβατώρες, δηλαδή περίπου στο 48% του ισοζυγίου εισροών-εκροών όλο του 2025, που ήταν περίπου 2.609 Γιγαβατώρες.
Όπως είναι φυσικό, το άλμα στις «καθαρές» εισαγωγές οφείλεται στη μεγάλη «ψαλίδα» των εγχώριων χονδρεμπορικών τιμών με τους γείτονές μας. Έτσι, η ελληνική αγορά «έκλεισε» στα 108,67 ευρώ ανά MWh, υψηλότερα μόνο από την Αλβανία (93,54 ευρώ ανά MWh) και σε μικρότερα επίπεδα από τη Βουλγαρία (148,55 ευρώ ανά MWh), τη Βόρεια Μακεδονία (122,55 ευρώ ανά MWh) ή τη Ρουμανία (150,51 ανά MWh).
Δομικές αλλαγές
Στελέχη της αγοράς επισημαίνουν πως παράγοντες όπως ο εξηλεκτρισμός της θέρμανσης, αλλά και η ολοένα μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ, καθιστούν τα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη ολοένα πιο ευάλωτα στις καιρικές συνθήκες (από τη στιγμή μάλιστα που βρίσκεται στα σπάργανα η αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας).
Έτσι, σε μεγάλο βαθμό η εικόνα στα Βαλκάνια τον Ιανουάριο οφείλεται στο γεγονός ότι στα βόρεια σύνορά μας επικράτησαν παρατεταμένα χαμηλές θερμοκρασίες, αυξάνοντας τη ζήτηση για ηλεκτρισμό, ενώ αντίθετα στη χώρα μας το μεγαλύτερο διάστημα οι καιρικές συνθήκες ήταν ήπιες.
Ωστόσο, πίσω από τις... διαθέσεις του καιρού κρύβονται δομικές αλλαγές στην Ελλάδα και τις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες, οι οποίες εξηγούν γιατί συνεχίζει η χώρα μας να είναι και φέτος τροφοδότης των γειτονικών αγορών. Οι αλλαγές αυτές, σύμφωνα με τους ανθρώπους της αγοράς, έχουν κατ΄αρχάς να κάνουν με το έλλειμμα μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, που έχει παρουσιαστεί στα υπόλοιπα Βαλκάνια, ήδη από το καλοκαίρι του 2024, με την απόσυρση ανθρακικών μονάδων που έφτασαν στο τέλος της «ζωής» τους.
Το έλλειμμα εντοπίζεται στη Βουλγαρία και τη Βόρεια Μακεδονία, ενώ η κατάσταση στην Αλβανία εξαρτάται από τα αποθέματα κάθε φορά των υδροηλεκτρικών της σταθμών. Το αποτέλεσμα είναι, όποτε υπάρχουν αυξημένες ανάγκες για ρεύμα (όπως σε κύματα ψύχους), οι βαλκανικές χώρες χρειάζεται να στηρίζονται σε αθρόες εισαγωγές για να τις καλύψουν.
Στον αντίποδα, στην Ελλάδα υπάρχει τόσο επαρκές θερμοηλεκτρικό δυναμικό, όσο και ένα εξίσου μεγάλο πλέον χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ. Επομένως, όταν επικρατούν ευνοϊκές καιρικές συνθήκες, μεγάλο μέρος της ζήτησης καλύπτεται από «πράσινη» ενέργεια, με συνέπεια να συγκρατούνται οι χονδρεμπορικές τιμές.
Και ευνοϊκές συγκυρίες
Τέτοιες ευνοϊκές καιρικές συνθήκες καταγράφηκαν τον Ιανουάριο στη χώρα μας, με το παρατεταμένο υψηλό αιολικό δυναμικό. Ως συνέπεια, το μερίδιο των ΑΠΕ διαμορφώθηκε σε υψηλά επίπεδα, αγγίζοντας το 42% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Θετική συγκυρία τον Ιανουάριο ήταν επίσης η σημαντική ενίσχυση των υδροηλεκτρικών αποθεμάτων, λόγω των ισχυρών βροχοπτώσεων. Μάλιστα, κάποιοι υδροηλεκτρικοί σταθμοί διαθέτουν τόσο μεγάλα αποθέματα, που χρειάζεται σε καθημερινή βάση να μειώνουν τις ποσότητες νερού στους ταμιευτήρες τους, για να αποφευχθούν υπερχειλίσεις. Πρόκειται για τα λεγόμενα «υποχρεωτικά νερά», καθώς οι σταθμοί εντάσσονται κατά προτεραιότητα στην αγορά.
Αυτό έχει ως συνέπεια να συγκρατούνται οι χονδρεμπορικές τιμές, ενώ προς την ίδια κατεύθυνση συντείνει το γεγονός ότι κατά προτεραιότητα εντάσσονται και οι λιγνιτικές μονάδες που υποστηρίζουν τη λειτουργία των τηλεθερμάνσεων στη Δυτική Μακεδονία. Επίσης, το ίδιο ισχύει για τη νέα μονάδα φυσικού αερίου 877 MW στην Κομοτηνή των Motor Oil και ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, η οποία βρίσκεται σε δοκιμαστική λειτουργία.
Στον αντίποδα, Βουλγαρία και Βόρεια Μακεδονία βρέθηκαν να στηρίζονται σε εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας για το ισοζύγιο τους, τη στιγμή μάλιστα που είναι σημαντικές και οι ροές ηλεκτρικής ενέργειας προς την Ουκρανία. Αντίθετα, το 2026 «μπήκε» με αύξηση των υδροηλεκτρικών αποθεμάτων της Αλβανίας (σε αντίθεση με το 2025), με συνέπεια η χώρα να είναι κι αυτή «καθαρά» εξαγωγική.