Το πρόβλημα των τιμών ενέργειας για τη βιομηχανία στην Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον μια προσωρινή παρενέργεια της ενεργειακής κρίσης του 2022, όπως σημειώνει η Xhoi Zajmi, δημοσιογράφος του Euractiv. Κι αυτό γιατί, σύμφωνα με την ίδια, παρά τη σταθεροποίηση των χονδρικών αγορών, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει δομικά υψηλότερο σε σχέση με εκείνο που αντιμετωπίζουν οι διεθνείς ανταγωνιστές της, επηρεάζοντας τις επενδυτικές αποφάσεις και επιβαρύνοντας τους ενεργοβόρους κλάδους.
Σε επίπεδο ΕΕ, οι πρόσφατες πρωτοβουλίες που στοχεύουν στη στήριξη της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας έχουν μέχρι στιγμής αφήσει σημαντικά περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στα εθνικά κράτη, ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης των πιέσεων από τις τιμές της ενέργειας.
Παρ’ ότι πλαίσια όπως το Clean Industrial Deal, οι επικαιροποιημένοι κανόνες κρατικών ενισχύσεων και το Σχέδιο Δράσης για Προσιτή Ενέργεια έχουν διευρύνει το σύνολο των διαθέσιμων πολιτικών εργαλείων, δεν έχουν οδηγήσει σε μια ενιαία προσέγγιση ως προς την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία, συμβάλλοντας σε ολοένα και πιο αποκλίνουσες εθνικές απαντήσεις.
Παρατεταμένη αβεβαιότητα στην Ελλάδα
Στα παραδείγματα αυτών των εθνικών απαντήσεων, η δημοσιογράφος παραθέτει και την περίπτωση της Ελλάδας, επισημαίνοντας πως η πολιτική αδράνεια προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο ρίσκου. «Στην Ελλάδα, οι συζητήσεις για την υιοθέτηση ενός μηχανισμού στήριξης αντίστοιχου με εκείνον της Ιταλίας δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί σε συγκεκριμένα μέτρα, αφήνοντας τις ενεργοβόρες βιομηχανίες εκτεθειμένες στο υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και σε παρατεταμένη αβεβαιότητα», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Στο άρθρο επισημαίνεται επίσης πως, αν και το σοκ της ενεργειακής κρίσης ξεκίνησε από μια σειρά εξωγενών γεωπολιτικών γεγονότων -κυρίως την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και τη διατάραξη των ρωσικών προμηθειών φυσικού αερίου- οι διαρθρωτικοί παράγοντες που ανέδειξαν τις υψηλές τιμές σε μακροχρόνιο πρόβλημα, παραμένουν ενεργοί. Η τρέχουσα πολιτική αντιπαράθεση στις Βρυξέλλες αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτή την αλλαγή πλαισίου: οι τιμές ενέργειας μετατρέπονται σε μείζον ζήτημα ανταγωνιστικότητας, όχι μόνο κυρίως θέμα κόστους ενέργειας.
Η δομή της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας είναι ένας από τους βασικούς λόγους πίσω από τις επίμονα υψηλές τιμές. Σε αντίθεση με πολλά άλλα μέρη του κόσμου όπου η ενεργειακή τιμολόγηση διαφοροποιείται πιο άμεσα ανάλογα με το κόστος παραγωγής ανά τύπο πηγής, στην ΕΕ οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζονται από το κόστος του πιο ακριβού καυσίμου στην αγορά – παρά την προοδευτική διείσδυση ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και παράγονται όταν μεγάλες ποσότητες φθηνής ανανεώσιμης ενέργειας, οι τιμές μπορούν να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, επιβαρύνοντας τη βιομηχανία.
Ανταγωνιστικό μειονέκτημα
Παράλληλα, η τιμή του διοξειδίου άνθρακα στο πλαίσιο του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS) της ΕΕ αποτελεί πρόσθετο κόστος για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα. Οι τιμές για τις εκπομπές CO2, ενώ κρίνονται απαραίτητες για την επίτευξη των κλιματικών στόχων, αυξάνουν το κόστος παραγωγής και μεταφέρονται στις τελικές τιμές ενέργειας για τους καταναλωτές και για τις επιχειρήσεις.
Τα αποτελέσματα είναι πολυεπίπεδα: οι υψηλές τιμές επηρεάζουν απτά τις επενδύσεις, την παραγωγή και τη γεωγραφική κατανομή της βιομηχανικής δραστηριότητας στην Ευρώπη. Μελέτες και αναλύσεις δείχνουν ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα αυτές που το κόστος τους εξαρτάται πολύ από τις τιμές ενέργειας -όπως οι κλάδοι των χημικών, του χάλυβα ή των βαριών βιομηχανιών- μειώνουν την παραγωγή τους, περιορίζουν τις επενδύσεις ή μεταφέρουν δραστηριότητες σε περιοχές όπου το ενεργειακό κόστος είναι χαμηλότερο.
Σε σύγκριση με τις ΗΠΑ και την Κίνα, όπου οι βιομηχανίες απολαμβάνουν γενικά χαμηλότερο κόστος ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις βρίσκονται σε σημαντικό μειονέκτημα. Σε μερικές περιπτώσεις, οι τιμές ενέργειας στην Ευρώπη είναι σχεδόν διπλάσιες από αυτές στις ΗΠΑ. Αυτό μεταφράζεται σε ακριβότερο κόστος παραγωγής και ανταγωνιστικό μειονέκτημα για εξαγωγές στην παγκόσμια αγορά.
Η δομή της αγοράς και η πολιτική διαφοροποίηση εντός της ΕΕ δυσκολεύουν μια ενιαία ευρωπαϊκή απάντηση. Καθώς οι ενεργειακές πολιτικές, οι φόροι και τα συστήματα επιδοτήσεων διαφέρουν από χώρα σε χώρα, η ανταγωνιστικότητα των βιομηχανιών εντός του μπλοκ αποκλίνει. Χώρες με λιγότερο ακριβό ενεργειακών πόρων ή με φθηνότερες υποδομές έχουν σαφή πλεονεκτήματα έναντι άλλων.
Κρίσιμη η επόμενη 10ετία
Οι πολιτικές πρωτοβουλίες της ΕΕ, όπως το REPowerEU και το «Green Deal», επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και να ενισχύσουν την παραγωγή ανανεώσιμων πηγών. Ωστόσο, η μετάβαση αυτή δεν μειώνει άμεσα τις τιμές ενέργειας, στο επίπεδο που απαιτείται για να αντιστραφούν τα δομικά μειονεκτήματα. Η επένδυση σε υποδομές και σε μια πιο ολοκληρωμένη, ενιαία ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας θεωρείται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και άλλους διεθνείς οργανισμούς κρίσιμη για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας.
Καθώς η Ευρώπη παλεύει να εξισορροπήσει τους κλιματικούς της στόχους με την ανάγκη μείωσης του ενεργειακού κόστους, γίνεται ολοένα πιο σαφές ότι η πρόκληση είναι διττή: όχι μόνο να διασφαλιστεί καθαρή, ασφαλής και αξιόπιστη ενέργεια, αλλά και να διαμορφωθεί ένα περιβάλλον όπου οι επιχειρήσεις της θα μπορούν να είναι ανταγωνιστικές σε μια παγκόσμια οικονομία με διαφορετικούς ενεργειακούς όρους.
Η επόμενη δεκαετία αναμένεται να είναι κρίσιμη για το αν η Ευρώπη θα καταφέρει να αντιμετωπίσει αυτό το δομικό ρίσκο ή θα δει την παραγωγική της βάση να συρρικνώνεται περαιτέρω.