Δραματική αλλαγή στα δημοσιονομικά περιθώρια της χώρας επιφέρει το ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον εξαιτίας της πολεμικής ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή, με τις επιπτώσεις της να «αγγίζουν» και το εγχώριο μέτωπο στους μισθούς. Εν αναμονή μάλιστα της επικείμενης αύξησης του κατώτατου μισθού στο τέλος του μήνα, το οικονομικό επιτέλειο της κυβέρνησης σταθμίζει τα δεδομένα για μια αναπροσαρμογή που θα ισορροπεί μεταξύ των αναγκών των μισθωτών αλλά και των αντοχών των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, σε ένα περιβάλλον ασφυκτικών πιέσεων.
Σε αυτό το περιβάλλον η κυβέρνηση δεν αποκλείεται να επιλέξει το «συντηρητικό σενάριο» της αύξησης, η οποία θα κυμαίνεται κοντά στα 40-50 ευρώ, ανεβάζοντας το νέο κατώτατο στα 920-930 ευρώ (μεικτά), από 880 ευρώ σήμερα. Με άλλα λόγια, απομακρύνεται το ανατρεπτικό σενάριο μιας πιο γενναίας αύξησης από φέτος (περί των 70 ευρώ), προκειμένου ο κατώτατος μισθός να σκαρφαλώσει στα 950 ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα από ότι προέβλεπε η αρχική κυβερνητική δέσμευση.
Υπενθυμίζεται πως πριν το ξέσπασμα του πολέμου στην Μέση Ανατολή υπήρχαν σκέψεις στο κυβερνητικό επιτελείο να διαμορφωθεί ο νέος μισθός στα 950 ευρώ από το φετινό Απρίλιο, εν όψει και των εκλογικού 2027. Ωστόσο, η γεωπολιτική κρίση και οι αστάθμητες οικονομικές συνέπειες της, βάζουν στην άκρη τις όποιες σκέψεις για υψηλές παροχές.
Η επικείμενη αύξηση του κατώτατου μισθού αναμένεται να ανακοινωθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο του Μαρτίου από την Νίκη Κεραμέως και να εφαρμοστεί από 1ης Απριλίου. Αφορά λιγότερους από 600.000 εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, αλλά καταλαμβάνει και κομμάτι του δημοσίου τομέα, καθώς πλέον ο κατώτατος μισθός έχει σχεδόν εξισωθεί μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Τέλος συμπαρασύρει το ύψος περίπου 20 επιδομάτων όπως είναι το επίδομα ανεργίας, το επίδομα μητρότητας και οι τριετίες.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αυξήσεις που αποφασίστηκαν από την κυβέρνηση για τον κατώτατο μισθό τα τέσσερα προηγούμενα χρόνια ήταν 50 ευρώ για το 2022, 2024 και 2025 και 67 ευρώ για το 2023. Από το 2019 μέχρι το 2025, έχει σημειωθεί αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 35,4%.
Οι προτάσεις φορέων και κοινωνικών εταίρων
Από 2,5% (σχεδόν 20 ευρώ) έως και 5% (38,72 ευρώ) τοποθετεί η πλειονότητα των κοινωνικών εταίρων το ποσοστό της αύξησης στον κατώτατο μισθό που θα ισχύσει από την 1η Απριλίου, σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.
Οι εργοδοτικοί φορείς θα υποδέχονταν θετικά ακόμη μεγαλύτερες αυξήσεις των κατώτατων αποδοχών, εφόσον όμως συνδυάζονταν με συγκεκριμένες ελαφρύνσεις βαρών, τις οποίες έχουν ανάγκη οι επιχειρήσεις όπως περαιτέρω μείωση μη μισθολογικού κόστους, κατάργηση τεκμαρτού εισοδήματος για διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, επιδότηση ενεργειακούς κόστους, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών σε 120 δόσεις κ.α.
Στα υπομνήματα που κατατέθηκαν στον ΟΜΕΔ περιλαμβάνονται συνετές αλλά και πιο γενναίες αυξήσεις, προκειμένου να αυξηθούν οι αποδοχές των εργαζομένων χωρίς να διακυβεύεται η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Πιο συγκεκριμένα:
- Το ΙΟΒΕ εισηγείται αύξηση της τάξης των 2,5%-3,5%, βασισμένη στον πληθωρισμό και στην αναμενόμενη άνοδο της παραγωγικότητας. Ζητά μάλιστα ο καθορισμός του κατώτατου μισθού να συνδυάζεται με νέες δημοσιονομικές παρεμβάσεις στην πλευρά των εισφορών.
- Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά πως υπάρχει περιθώριο για αύξηση έως 4%, προκειμένου να ενισχυθεί η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
- Το ΚΕΠΕ κάνει λόγο για περιθώριο αναπροσαρμογής από 3,5% έως 5%, επισημαίνοντας ωστόσο ότι μεγαλύτερη αύξηση ενδέχεται να επιβαρύνει δυσανάλογα τις μικρές επιχειρήσεις. Επισημαίνει δε πως η αύξηση του κατώτατου μισθού ουσιαστικά σπρώχνει προς τα «πάνω» τα χαμηλότερα κομμάτια της μισθολογικής κατανομής, μέχρι το 6ο δεκατημόριο, ενώ είχε περιορισμένη επίδραση από εκεί και πάνω.
- Το ΙΝΣΕΤΕ προτείνει αύξηση 4%, σταθμίζοντας την ανάγκη διατήρησης της ανταγωνιστικότητας των τουριστικών επιχειρήσεων.
- Ο ΣΕΒ ζητά λελογισμένη αύξηση που να συνοδεύεται από φοροελαφρύνσεις, μείωση των εισφορών και επιδότηση της ενέργειας.
- Το Ινστιτούτο Συνδέσμου βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ) προτείνει αυξήσεις της τάξης του 4% με την επισήμανση ότι πρέπει να συνάδουν με τις «αντοχές» των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα, έτσι ώστε να μην οδηγηθούμε σε αύξηση της ανεργίας.
- Η ΓΣΕΒΕΕ θέτει ως προϋπόθεση η αύξηση να συνοδεύεται από μείωση μη μισθολογικού κόστους και φοροαπαλλαγές. Στο υπόμνημά της επισημαίνει ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού πρέπει να εξεταστεί αναγκαστικά σε σχέση με την τεκμαρτή φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών.
- Η ΕΣΕΕ προτείνει αύξηση κατώτατου μισθού που θα αντιστοιχεί στο άθροισμα του πληθωρισμού με την πραγματική παραγωγικότητα της εργασίας (πέριξ του 4%). Επισημαίνει μάλιστα πως η νέα αύξηση οφείλει να συνδεθεί με ισόποση μείωση του μη μισθολογικού κόστους, ώστε να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα. Θα πρέπει επίσης να συνοδευτεί από την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και στα νομικά πρόσωπα και σταδιακά της προκαταβολής φόρων αλλά και από την αποσύνδεση του κατώτατου μισθού από την τεκμαρτή φορολόγηση.
- Η ΓΣΕΕ δεν προτείνει ποσοστιαία αύξηση, αλλά επαναφέρει το αίτημα για κατώτατο μισθό αξιοπρεπούς διαβίωσης, τον οποίο εκτιμά στα 1.052 ευρώ μεικτά για το 2026 (60% του διάμεσου μισθού).