Η εικόνα στην αγορά πετρελαίου θέρμανσης δείχνει προς το παρόν σταθεροποίηση, με τις μέσες τιμές να κινούνται κοντά στα επίπεδα εκκίνησης της φετινής περιόδου ενώ τις επόμενες ημέρες αναμένεται μικρή αύξηση. Ωστόσο, οι αποκλίσεις μεταξύ περιοχών παραμένουν έντονες, με τη διαφορά κόστους μεταξύ νησιών και ηπειρωτικής χώρας να μεταφράζεται σε εκατοντάδες ευρώ για μια τυπική παραγγελία, την ώρα που οι διεθνείς προβλέψεις για το Brent διαμορφώνουν ένα εύθραυστο περιβάλλον χωρίς καθαρή ανοδική τάση.
Σχετική σταθερότητα στην εγχώρια αγορά
Στην Ελλάδα, η μέση τιμή έχει υποχωρήσει στα επίπεδα των περίπου 1,12-1,13 ευρώ ανά λίτρο, κοντά στην τιμή με την οποία ξεκίνησε η διάθεση της σεζόν φέτος και χαμηλότερα από τα υψηλά που είχαν καταγραφεί τον Νοέμβριο όταν άγγιξε περίπου τα 1,176 ευρώ ανά λίτρο, υποδηλώνοντας μια σχετική σταθεροποίηση ή και μικρή πτώση στον τελευταίο μήνα. Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι στην Αττική οι τιμές συνεχίζουν να κυμαίνονται σε ένα εύρος γύρω στα 1,10 ευρώ έως και 1,20 ευρώ ανά λίτρο ανάλογα με το πρατήριο, κάτι που δείχνει μικρές καθημερινές διαφοροποιήσεις αλλά όχι μια συνολική ανοδική τάση τους τελευταίους λίγους μήνες. Οι λόγοι για αυτήν τη σχετική σταθερότητα ή ελαφρά πτώση είναι κυρίως οι πιο ήπιες συνθήκες τιμών στις διεθνείς αγορές ενέργειας και το γεγονός ότι φέτος η «εκκίνηση» διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης έγινε σε επίπεδα τιμών όμοια ή κοντά με τα περσινά, παρά τα σκαμπανεβάσματα στην τιμή του αργού πετρελαίου και των προϊόντων πετρελαίου διεθνώς.
Οι γεωγραφικές ανισότητες στις τιμές
Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία του Υπουργείο Ανάπτυξης, η μέση πανελλαδική τιμή για το πετρέλαιο θέρμανσης διαμορφώνεται στα 1,123 ευρώ ανά λίτρο, ωστόσο πίσω από αυτό το νούμερο κρύβονται έντονες γεωγραφικές ανισότητες, καθώς οι νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές καταγράφουν υψηλότερες τιμές και οι ηπειρωτικοί νομοί της Βόρειας και Κεντρικής Ελλάδας καταγράφουν χαμηλότερες. Στην κορυφή της ακρίβειας βρίσκονται οι Κυκλάδες με 1,277 ευρώ ανά λίτρο, τιμή που απέχει περίπου 14% από τον πανελλαδικό μέσο όρο και αποτελεί την υψηλότερη στη χώρα, ενώ ακολουθούν τα Δωδεκάνησα με 1,205 ευρώ, η Κέρκυρα με 1,196 ευρώ, η Ευρυτανία με 1,188 ευρώ, η Λέσβος με 1,187 ευρώ, το Ρέθυμνο με 1,184 ευρώ, το Λασίθι με 1,173 ευρώ, η Χίος με 1,171 ευρώ και η Κεφαλονιά με 1,167 ευρώ ανά λίτρο, επιβεβαιώνοντας ότι το κόστος μεταφοράς και η γεωγραφική απομόνωση μεταφράζονται σε ακριβότερη θέρμανση για τα νοικοκυριά. Αντίθετα, στις φθηνότερες περιοχές της χώρας περιλαμβάνονται η Πιερία με 1,074 ευρώ ανά λίτρο, που αποτελεί τη χαμηλότερη τιμή πανελλαδικά, η Πέλλα με 1,088 ευρώ, η Κοζάνη και η Δράμα με 1,090 ευρώ, η Καστοριά με 1,103 ευρώ, η Θεσσαλονίκη με 1,105 ευρώ, καθώς και η Αττική και η Κορινθία με 1,108 ευρώ ανά λίτρο, δηλαδή τιμές έως και 4,4% χαμηλότερες από τον πανελλαδικό μέσο όρο.
Το χάσμα του κόστους για τα νοικοκυριά
Η σύγκριση αναδεικνύει ένα σαφές χάσμα κόστους, καθώς η διαφορά μεταξύ της ακριβότερης περιοχής, των Κυκλάδων, και της φθηνότερης, της Πιερίας, φτάνει τα 0,203 ευρώ ανά λίτρο, γεγονός που για μια μέση παραγγελία 1.000 λίτρων μεταφράζεται σε επιβάρυνση άνω των 200 ευρώ για τα νοικοκυριά των νησιών σε σχέση με εκείνα της ηπειρωτικής χώρας, αποτυπώνοντας με αριθμούς το πώς η γεωγραφία συνεχίζει να παίζει καθοριστικό ρόλο στο κόστος θέρμανσης στην Ελλάδα.
Πόσο πιθανό είναι να αυξηθούν οι τιμές του πετρελαίου – Τι συμβαίνει στην Ελλάδα
Τις τελευταίες ημέρες, το Brent κινείται στο εύρος 63–65 δολαρίων ανά βαρέλι, με τα πιο πρόσφατα συμβόλαια να διαπραγματεύονται κοντά στα 64,2 δολ./βαρέλι, εικόνα που αντανακλά μια αγορά χωρίς έντονη ανοδική δυναμική αλλά με αυξημένη μεταβλητότητα, ενώ οι πιο πρόσφατες διεθνείς αναλύσεις συγκλίνουν στο ότι το βασικό σενάριο για το επόμενο διάστημα είναι μάλλον πτωτικό ή, στην καλύτερη περίπτωση, ήπιας σταθεροποίησης.
Η Υπηρεσία Ενεργειακής Πληροφόρησης των ΗΠΑ, στο Short-Term Energy Outlook του Ιανουαρίου 2026, εκτιμά ότι η μέση τιμή του Brent θα υποχωρήσει στα 56 δολάρια ανά βαρέλι το 2026 και στα 54 δολάρια το 2027, από περίπου 69 δολάρια κατά μέσο όρο το 2025, αποδίδοντας αυτή την πορεία στο γεγονός ότι η παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου αναμένεται να αυξηθεί ταχύτερα από τη ζήτηση, οδηγώντας σε συσσώρευση αποθεμάτων.
Αντίστοιχη εικόνα περιγράφει και ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας στις τελευταίες εκθέσεις του για την αγορά πετρελαίου, επισημαίνοντας ότι η προσφορά αυξάνεται έντονα, ενώ η ζήτηση συνεχίζει μεν να μεγαλώνει αλλά με πιο συγκρατημένους ρυθμούς, στοιχείο που ιστορικά λειτουργεί ως «ταβάνι» στις τιμές όταν συνοδεύεται από άνοδο των αποθεμάτων.
Από την άλλη πλευρά, ο OPEC στις μηνιαίες του εκθέσεις διατηρεί πιο αισιόδοξες προβλέψεις για την παγκόσμια ζήτηση το 2026, γεγονός που περιορίζει τον κίνδυνο μιας απότομης κατάρρευσης των τιμών, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η παραγωγική πολιτική του OPEC+ και των ΗΠΑ δεν θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερο πλεόνασμα.
Παράλληλα, αναλύσεις διεθνών οίκων τοποθετούν τον μέσο όρο του Brent για το 2026 γύρω στα 55 δολάρια ανά βαρέλι, με σημαντική διασπορά εκτιμήσεων από περίπου 55 έως 68 δολάρια, ενώ μεγάλες επενδυτικές τράπεζες, όπως η Goldman Sachs, κινούνται επίσης στην περιοχή των 56 δολαρίων ανά βαρέλι για το 2026, βασίζοντας τις εκτιμήσεις τους σε σενάρια διεύρυνσης της υπερπροσφοράς. Όλα αυτά τα βασικά σενάρια συνοδεύονται από την επισήμανση ότι οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, οι κυρώσεις, οι διαταραχές σε θαλάσσιες οδούς και απρόβλεπτα γεγονότα σε μεγάλους παραγωγούς μπορούν ανά πάσα στιγμή να προκαλέσουν απότομες βραχυπρόθεσμες ανατιμήσεις, ακόμη κι αν η δομική εικόνα παραμένει πτωτική.
Για την Ελλάδα, που είναι καθαρός εισαγωγέας πετρελαίου και πετρελαιοειδών, η διεθνής πορεία του Brent αντικατοπτρίζεται άμεσα –με κάποια χρονική υστέρηση– στο κόστος καυσίμων μεταφορών, στο πετρέλαιο θέρμανσης και γενικότερα στο ενεργειακό σκέλος του πληθωρισμού, επομένως ένα σενάριο τιμών κοντά στα 55–56 δολάρια ανά βαρέλι λειτουργεί συγκριτικά ανακουφιστικά για νοικοκυριά και επιχειρήσεις και περιορίζει τις πιέσεις στο ενεργειακό κόστος και στο εμπορικό ισοζύγιο, ενώ αντίθετα ένα ενδεχόμενο γεωπολιτικό σοκ που θα ωθούσε το Brent υψηλότερα θα επιβάρυνε τις τιμές καυσίμων στην εσωτερική αγορά και τον συνολικό ενεργειακό λογαριασμό της χώρας.