Αμερικανός δικαστής απέρριψε το αίτημα 26 εργαζομένων της Meta Platforms να εμποδίσουν την εταιρεία να προχωρήσει στην απόλυσή τους, ενώ αυτοί διεκδικούν δικαστικά ότι στοχοποιήθηκαν για περικοπές προσωπικού από εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης της εταιρείας, επειδή έχουν αναπηρίες ή είχαν λάβει ιατρική άδεια.
Ο ομοσπονδιακός δικαστής Γουίλιαμ Όρικ, με έδρα το Όκλαντ της Καλιφόρνιας, ανέφερε σε γραπτή απόφασή του ότι δεν θα εμποδίσει τη Meta να προχωρήσει στις απολύσεις, οι οποίες έχουν προγραμματιστεί να ξεκινήσουν στις 22 Ιουλίου, όσο εξετάζεται η ουσία των πρωτότυπων νομικών ισχυρισμών των εργαζομένων μέσω ιδιωτικής διαιτησίας.
Σύμφωνα με το Reuters, ο δικαστής έκρινε ότι οι εργαζόμενοι δεν κατάφεραν να αποδείξουν πως η απώλεια της εργασίας τους συνιστά την «ανεπανόρθωτη βλάβη» που απαιτείται από τον νόμο, ώστε να εκδοθεί επείγουσα δικαστική εντολή για την αναστολή των απολύσεων.
Εκπρόσωπος της Meta αρνήθηκε να σχολιάσει την απόφαση. Η εταιρεία έχει απορρίψει κάθε κατηγορία περί παρανομίας, υποστηρίζοντας ότι οι αποφάσεις για τις απολύσεις ελήφθησαν από ανθρώπους και όχι από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.
Οι δικηγόροι των εναγόντων ανέφεραν σε κοινή τους δήλωση ότι, παρότι ο δικαστής Όρικ απέρριψε το αίτημά τους, αναγνώρισε παράλληλα πως η αγωγή εγείρει «σοβαρά ερωτήματα» σχετικά με τη συμπεριφορά της Meta.
«Το Δικαστήριο δήλωσε ρητά ότι ενδέχεται να επανεξετάσει τα συμπεράσματά του, ανάλογα με τυχόν πρόσθετα στοιχεία που θα προσκομίσουν οι διάδικοι σχετικά με το αν και με ποιον τρόπο χρησιμοποιήθηκε η τεχνητή νοημοσύνη στη διαδικασία των απολύσεων», ανέφεραν οι δικηγόροι.
Τον Μάιο, η Meta ενημέρωσε σχεδόν 8.000 εργαζομένους, περίπου το 10% του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού της, ότι θα απολυθούν, καθώς η εταιρεία εντείνει τις επενδύσεις της στην τεχνητή νοημοσύνη (AI).
Σύμφωνα με την αγωγή που κατατέθηκε τη Δευτέρα, η Meta χρησιμοποίησε εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για να επιλέξει ποιες θέσεις εργασίας θα καταργηθούν. Τα εργαλεία αυτά αξιολογούσαν την παραγωγικότητα των εργαζομένων και τη χρήση εργαλείων AI («AI token usage»), γεγονός που –κατά τους ενάγοντες– έθετε σε μειονεκτική θέση όσους είχαν απουσιάσει από την εργασία τους λόγω προβλημάτων υγείας ή για να φροντίσουν μέλη της οικογένειάς τους.
Οι ενάγοντες υποστηρίζουν επίσης ότι η Meta βασίστηκε σε αξιολογήσεις απόδοσης, οι οποίες εν μέρει εξαρτώνταν από το κατά πόσο οι εργαζόμενοι υιοθετούσαν και χρησιμοποιούσαν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης.
Η υπόθεση φαίνεται να είναι η πρώτη που στρέφεται κατά μεγάλης αμερικανικής εταιρείας, αμφισβητώντας τη φερόμενη χρήση τεχνητής νοημοσύνης στη διαδικασία λήψης αποφάσεων για απολύσεις.
«Δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία»
Οι εργαζόμενοι είχαν ζητήσει από τον δικαστή Γουίλιαμ Όρικ να εκδώσει προσωρινή διαταγή, ώστε να απαγορεύσει στη Meta να ολοκληρώσει τις απολύσεις μέχρι να εξεταστούν οι αξιώσεις τους μέσω ιδιωτικής διαιτησίας.
Παραμένει σε εκκρεμότητα το αίτημά τους για την έκδοση προσωρινής ασφαλιστικής διαταγής (preliminary injunction), η οποία θα είχε μεγαλύτερη χρονική διάρκεια. Ο Όρικ άφησε την Παρασκευή να εννοηθεί ότι ενδέχεται να αναθεωρήσει τη στάση του, εφόσον προκύψουν περισσότερα στοιχεία σχετικά με τον τρόπο που πραγματοποιήθηκαν οι απολύσεις.
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας την Πέμπτη, οι δικηγόροι των εργαζομένων υποστήριξαν ότι οι ενάγοντες δεν κινδυνεύουν μόνο να χάσουν τη δουλειά και τον μισθό τους, αλλά και πολύτιμα δικαιώματα προαίρεσης αγοράς μετοχών (stock options), καθώς και την εργοδοτικά επιδοτούμενη ασφαλιστική κάλυψη υγείας, γεγονός που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη συνέχιση της ιατρικής φροντίδας τους, μεταξύ άλλων για εγκυμοσύνες και άλλες σοβαρές παθήσεις.
«Δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία για να δημιουργήσεις δεσμό με το νεογέννητο παιδί σου, να γεννήσεις ή να συνεχίσεις μια ενεργή ιατρική θεραπεία», δήλωσε η δικηγόρος των εναγόντων, Μπάρμπαρα Κάουαν, απευθυνόμενη στον δικαστή.
Από την πλευρά της Meta, η δικηγόρος Έριν Κόνελ αντέτεινε ότι οι εργαζόμενοι χάνουν μόνο την εργοδοτικά επιδοτούμενη ασφάλιση και όχι την ασφαλιστική τους κάλυψη συνολικά. Όπως υποστήριξε, πρόκειται για ζημίες οικονομικού χαρακτήρα που μπορούν να αποκατασταθούν εκ των υστέρων, εφόσον οι εργαζόμενοι δικαιωθούν στη διαδικασία της διαιτησίας.
Οι εργαζόμενοι υποστηρίζουν ακόμη ότι οι συμβάσεις εργασίας της Meta υποχρεώνουν τους υπαλλήλους να επιλύουν ατομικά τις εργασιακές διαφορές μέσω διαιτησίας, όμως η υποχρέωση αυτή δεν καλύπτει τα αιτήματα για προσωρινή δικαστική προστασία, όπως αυτό που υπέβαλαν στην παρούσα υπόθεση.
Οι περισσότεροι εργαζόμενοι σε μεγάλες εταιρείες υπογράφουν συμφωνίες διαιτησίας, οι οποίες συνήθως τους υποχρεώνουν να διεκδικούν τις εργασιακές αξιώσεις τους ατομικά μέσω διαιτησίας και όχι μέσω ομαδικών αγωγών (class actions) στα δικαστήρια.
Οι εταιρείες υποστηρίζουν ότι η διαιτησία αποτελεί ταχύτερη και οικονομικότερη εναλλακτική λύση σε σχέση με τη δικαστική διαδικασία. Αντίθετα, οι επικριτές της θεωρούν ότι ευνοεί συχνά τους εργοδότες και αποθαρρύνει τους εργαζομένους από το να προχωρούν σε νομικές διεκδικήσεις.
Οι εξαιρέσεις στις συμφωνίες διαιτησίας που επιτρέπουν την προσφυγή στα δικαστήρια για τη λήψη προσωρινών ασφαλιστικών μέτρων είναι συνηθισμένες. Ωστόσο, συνήθως εφαρμόζονται σε υποθέσεις που αφορούν φερόμενη κλοπή εμπορικών μυστικών ή προσπάθειες προσέλκυσης πελατών ή εργαζομένων και όχι σε περιπτώσεις απολύσεων εργαζομένων με καθεστώς «at-will», δηλαδή εργαζομένων των οποίων η σύμβαση μπορεί να λυθεί οποτεδήποτε από οποιοδήποτε μέρος, χωρίς να απαιτείται συγκεκριμένη αιτιολογία, σύμφωνα με το αμερικανικό εργατικό δίκαιο.
Οι ενάγοντες, οι οποίοι κατέθεσαν την αγωγή ανώνυμα, περιλαμβάνουν μηχανικούς, διευθυντικά στελέχη, ερευνητές και σχεδιαστές. Ενημερώθηκαν τον Μάιο ότι θα απολυθούν. Σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα, για πολλούς από αυτούς οι απολύσεις θα οριστικοποιηθούν στις 22 Ιουλίου, ενώ για άλλους αργότερα μέσα στον Ιούλιο ή τον Αύγουστο.
Η Meta ανέφερε στα δικαστικά έγγραφα ότι οι απολυμένοι εργαζόμενοι εξακολουθούν να παραμένουν στη μισθοδοσία της εταιρείας, όμως από τις 20 Μαΐου έχουν χάσει την πρόσβασή τους στα πληροφοριακά της συστήματα και έκτοτε δεν εκτελούν καμία εργασία για λογαριασμό της.
Οι εργαζόμενοι υποστηρίζουν ότι η Meta χρησιμοποίησε σειρά εσωτερικών συστημάτων με υποβοήθηση τεχνητής νοημοσύνης για να βαθμολογήσει και να κατατάξει το προσωπικό στη λίστα απολύσεων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν:
• ο βοηθός μεγάλου γλωσσικού μοντέλου (LLM) με την ονομασία «Metamate»,
• ένα εσωτερικό σύστημα γνώσης που είχε εκπαιδευτεί από τους ίδιους τους εργαζομένους και περιγράφεται ως «δεύτερος εγκέφαλος» (second brain), το οποίο παρακολουθούσε τις επικοινωνίες και τα έγγραφά τους,
• καθώς και ένας δείκτης παραγωγικότητας, ο οποίος προέκυπτε από την ανάλυση των πληκτρολογήσεων, του περιεχομένου της οθόνης, των ηλεκτρονικών μηνυμάτων και του ιστορικού περιήγησης στο διαδίκτυο.
Σύμφωνα με την αγωγή, η Meta δεν ανέστειλε τη λειτουργία αυτών των συστημάτων όταν οι εργαζόμενοι βρίσκονταν σε άδεια αναψυχής ή σε νομικά προστατευόμενη ιατρική ή οικογενειακή άδεια. Ως αποτέλεσμα, οι δείκτες που αξιολογούσαν τη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης από τους εργαζομένους μειώνονταν κατά τη διάρκεια της απουσίας τους και χρησιμοποιήθηκαν στη συνέχεια ως κριτήριο για την επιλογή όσων θα απολύονταν.



