Παρά την εντεινόμενη πίεση από πλευράς ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου για χαλάρωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων, με φόντο τις αποκλίσεις στην εφαρμογή της Βασιλείας III, η ΕΚΤ στέλνει σαφές μήνυμα αντίθεσης, διατηρώντας στο επίκεντρο το ζήτημα της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Η Φρανκφούρτη αμφισβητεί το βασικό επιχείρημα του τραπεζικού κλάδου ότι η χαλάρωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων ενισχύει την πιστωτική επέκταση, τονίζοντας ότι δε διασφαλίζει μια αυξημένη ροή χρηματοδότησης προς την οικονομία.
Αντιθέτως, περιορίζει τη δυνατότητά τους να στηρίζουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά σε περιόδους επιδείνωσης των συνθηκών. Όπως επισημαίνει η ΕΚΤ, οι τράπεζες διαθέτουν ήδη επαρκή κεφάλαια, με τα εμπόδια να εντοπίζονται στην αυξημένη αβεβαιότητα, στη χαμηλότερη διάθεση ανάληψης ρίσκου και στη συγκρατημένη ζήτηση για νέα δάνεια. Υπό αυτές τις συνθήκες, μια χαλάρωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων ενδέχεται να λειτουργήσει πρωτίστως ως μηχανισμός ενίσχυσης των αποδόσεων προς τους μετόχους - μέσω χρηματικών διανομών και προγραμμάτων επαναγοράς ιδίων - και λιγότερο ως εργαλείο ενίσχυσης της πιστωτικής επέκτασης.
Την ίδια στιγμή, η ΕΚΤ επανατοποθετεί τη συζήτηση περί ανταγωνιστικότητας, η οποία, όπως επισημαίνεται, συχνά περιορίζεται σε στενά χρηματοοικονομικά μεγέθη, όπως η βραχυπρόθεσμη κερδοφορία ή η πορεία των τραπεζικών μετοχών. Η ανταγωνιστικότητα, σύμφωνα με την Φρανκφούρτη, δεν αφορά μια αντιπαράθεση μεταξύ τραπεζικών συστημάτων, αλλά την ικανότητα κάθε τράπεζας να βελτιώνει την παραγωγικότητα και την αποδοτικότητά της, να καινοτομεί και να παρέχει υπηρεσίες υψηλότερης ποιότητας ή χαμηλότερου κόστους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ΕΚΤ θέτει τρεις βασικές κατευθύνσεις πολιτικής. Πρώτον, την πλήρη εφαρμογή της Βασιλείας III, ως θεμέλιο για ισότιμο ανταγωνισμό και διατήρηση της σταθερότητας. Δεύτερον, την επιτάχυνση της προσαρμογής των τραπεζών στον ψηφιακό μετασχηματισμό, με έμφαση στις επενδύσεις σε τεχνολογία, την ανθεκτικότητα των συστημάτων και τον στρατηγικό ρόλο εργαλείων όπως η τεχνητή νοημοσύνη και τα ψηφιακά assets. Τρίτον, την αντιμετώπιση του κατακερματισμού της ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς, ο οποίος περιορίζει τον ανταγωνισμό και την αποδοτικότητα.
Σε επίπεδο εποπτείας, η κατεύθυνση είναι προς ένα πιο στοχευμένο και αποδοτικό πλαίσιο, με μείωση της περιττής πολυπλοκότητας αλλά χωρίς χαλάρωση των βασικών κανόνων. Η έμφαση μετατοπίζεται σε μια περισσότερο risk - based προσέγγιση, με τυποποίηση κρίσιμων διαδικασιών - από τα εσωτερικά μοντέλα και τα κεφάλαια έως τα stress tests και τους επιτόπιους ελέγχους - και ενίσχυση της ενιαίας εποπτικής κουλτούρας στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό.