Στις αντιφάσεις που αναδεικνύονται στη στρατηγική της Ευρώπης ως προς την πράσινη μετάβαση, την ανοιχτή οικονομία και τη στρατηγική αυτονομία στάθηκε ο Διευθύνων Σύμβουλος της Alpha Bank, Βασίλης Ψάλτης, σε πάνελ του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, υπογραμμίζοντας ότι στην πράξη οι στόχοι αυτοί δεν λειτουργούν πάντα συμπληρωματικά, αλλά συχνά συγκρούονται.
Όπως σημείωσε, η επίσημη ευρωπαϊκή προσέγγιση προβάλλει τα τρία αυτά στοιχεία ως έναν «ενάρετο κύκλο», όπου το ένα ενισχύει το άλλο. Ωστόσο, στην καθημερινή λειτουργία των αγορών -και ιδίως σε μια περισσότερο κατακερματισμένη Ευρώπη- αναδεικνύονται σαφείς εντάσεις μεταξύ τους.
Στο πεδίο της πράσινης μετάβασης, η Ευρώπη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές -κυρίως από την Κίνα- για τεχνολογίες σε φωτοβολταϊκά και μπαταρίες. Σε περίπτωση που επιχειρηθεί ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγής μέσω δασμών ή τοπικοποίησης της παραγωγής, το κόστος αυξάνεται σημαντικά, με αποτέλεσμα τα έργα να καθίστανται δυσκολότερα χρηματοδοτήσιμα.
Αντίστοιχα, στο δίπολο ανοικτής οικονομίας και στρατηγικής αυτονομίας, η προσπάθεια δημιουργίας «ευρωπαϊκών πρωταθλητών» και επαναπατρισμού παραγωγικών δραστηριοτήτων ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση της συγκέντρωσης κινδύνου, ιδίως όταν υλοποιείται σε εθνικό επίπεδο, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με βασικές αρχές διασποράς.
Παράλληλα, στο πεδίο της σχέσης μεταξύ ανοικτής οικονομίας και πράσινης πολιτικής, υπογράμμισε ότι τα αυστηρά ESG κριτήρια που εφαρμόζονται στις ευρωπαϊκές τράπεζες επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητά τους έναντι των αμερικανικών και ασιατικών τραπεζών, οι οποίες λειτουργούν σε πιο ευέλικτα κανονιστικά περιβάλλοντα.
Στο ίδιο πλαίσιο, ανέδειξε και το σημαντικό επενδυτικό κενό που αντιμετωπίζει η Ευρώπη, εκτιμώντας ότι απαιτούνται πρόσθετες επενδύσεις της τάξης των 700 δισ. ευρώ ετησίως για την επίτευξη των σχετικών στόχων — ένα βάρος που δεν μπορούν να επωμιστούν αποκλειστικά οι τράπεζες.
Όπως σημείωσε, απαιτείται μεγαλύτερη συμμετοχή ιδίων κεφαλαίων, ώστε να μειωθεί το κόστος κινδύνου των έργων. Ως βασική κατεύθυνση αντιμετώπισης των παραπάνω προκλήσεων, ο επικεφαλής της Alpha Bank ανέδειξε την ανάγκη προώθησης της Ένωσης Κεφαλαιαγορών (Capital Markets Union), την οποία χαρακτήρισε ως κρίσιμο εργαλείο για τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Όπως ανέφερε, η Ευρώπη παραμένει τραπεζοκεντρική -με περίπου το 75% της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων να προέρχεται από τις τράπεζες- σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου το αντίστοιχο ποσοστό καλύπτεται από τις αγορές. Στο πλαίσιο αυτό, εργαλεία όπως η τιτλοποίηση μπορούν να απελευθερώσουν κεφάλαια από τους τραπεζικούς ισολογισμούς και να επιτρέψουν την ανάληψη ρίσκου από άλλους επενδυτές.
Διαρροές κεφαλαίων και αυξανόμενο χάσμα με ΗΠΑ
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη διαρροή ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων προς τις ΗΠΑ, σημειώνοντας ότι περίπου 400 δισ. ευρώ ετησίως — δηλαδή περίπου το ένα τέταρτο των αποταμιεύσεων — επενδύονται εκτός Ευρώπης, λόγω έλλειψης επαρκώς ανεπτυγμένων και βαθιών κεφαλαιαγορών. Υπογράμμισε ότι η Ένωση Κεφαλαιαγορών παραμένει «κρίσιμο ζητούμενο», αν και η πρόοδός της προσκρούει σε εμπόδια όπως οι διαφωνίες για την εποπτεία, η απροθυμία εναρμόνισης φορολογικών πλαισίων και η προτίμηση εγχώριων επενδύσεων από θεσμικούς επενδυτές.
Ο κ. Ψάλτης αναφέρθηκε επίσης στη διαρθρωτική υστέρηση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος και τα εμπόδια στην ενοποίηση της αγοράς συνδέοντας ευθέως την εξέλιξη αυτή με την επιλογή ενίσχυσης της εθνικής ανθεκτικότητας έναντι της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Η εξέλιξη αυτή, κατά τον ίδιο, συνδέεται και με το διευρυνόμενο χάσμα ανάπτυξης μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ μετά το 2008. Όπως επισήμανε, η αμερικανική οικονομία έχει καταγράψει σωρευτική ανάπτυξη της τάξης του 87%, έναντι περίπου 13,5% στην Ευρώπη — διαφορά που, εάν διατηρηθεί, συνεπάγεται σημαντική απόκλιση στο κατά κεφαλήν εισόδημα τα επόμενα χρόνια. Σε αυτό το πλαίσιο, έθεσε το ερώτημα για το πώς η Ευρώπη μπορεί να καλύψει το χάσμα, προειδοποιώντας ότι, ελλείψει αλλαγών, οι ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις θα συνεχίσουν να χρηματοδοτούν την ανάπτυξη άλλων οικονομιών, και ιδίως των ΗΠΑ.
Αναφερόμενος στα εμπόδια, επισήμανε ότι σημαντικοί πόροι -της τάξης σχεδόν του μισού τρισ. ευρώ- παραμένουν «δεσμευμένοι» σε θυγατρικές λόγω εθνικών ρυθμίσεων, περιορίζοντας τη δυνατότητα διασυνοριακής αξιοποίησης κεφαλαίων και ρευστότητας. Παράλληλα, η διαδικασία υλοποίησης τραπεζικών συγχωνεύσεων στην Ευρώπη εμφανίζεται ιδιαίτερα χρονοβόρα, με τον μέσο χρόνο να ανέρχεται σε περίπου 285 ημέρες, έναντι αισθητά χαμηλότερων επιπέδων στο παρελθόν και σε άλλες αγορές (85 ημέρες στην Ελβετία).
Κατά τον ίδιο, το ζήτημα δεν συνιστά αποτυχία της αγοράς, αλλά της ρυθμιστικής αρχιτεκτονικής. Την ίδια στιγμή, όπως ανέφερε, παρατηρείται αντίφαση μεταξύ της προώθησης «εθνικών πρωταθλητών» και της αντίδρασης σε διασυνοριακές κινήσεις, ιδίως όταν αυτές αφορούν εξαγορές τραπεζών, στοιχείο που, όπως υπογράμμισε, παραπέμπει περισσότερο σε ζήτημα ελέγχου παρά ανθεκτικότητας.
Ως παράδειγμα συνεργασίας που μπορεί να λειτουργήσει, ανέφερε τη συμφωνία Alpha Bank - UniCredit. Όπως εξήγησε, η συνεργασία αυτή ενίσχυσε την πρόσβαση της τράπεζας και των πελατών της σε ευρωπαϊκή πλατφόρμα, δημιουργώντας ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Από τη μία πλευρά, ελληνικές επιχειρήσεις αποκτούν ευρύτερη βάση για την ανάπτυξη των εξαγωγών τους, ενώ από την άλλη, τα ελληνικά νοικοκυριά έχουν πρόσβαση σε πιο προηγμένα χρηματοοικονομικά προϊόντα.
Κατά τον ίδιο, η εμπειρία αυτή καταδεικνύει ότι η ενίσχυση της ευρωπαϊκής διάστασης των τραπεζών μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος τόσο των ίδιων των ιδρυμάτων όσο και της οικονομίας ευρύτερα, ενισχύοντας τη δυνατότητα χρηματοδότησης εντός και εκτός συνόρων. Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι η περαιτέρω πρόοδος δεν συνδέεται αποκλειστικά με ζητήματα ελέγχου, αλλά κυρίως με την ενίσχυση της συνεργασίας και τη διαμόρφωση των κατάλληλων κινήτρων, που θα επιτρέψουν στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα να ενισχύσει τη θέση του διεθνώς.