Έως το τέλος Ιουνίου η κυβέρνηση θα τρέξει μία δεύτερη φάση της επιστρεπτέας προκαταβολής, στην οποία θα μπορούν να συμμετάσχουν όλες οι επιχειρήσεις. Ωστόσο, ακόμη δεν έχει ξεκαθαριστεί το εάν αυτή η φάση θα περιλαμβάνει προς διανομή 1 δισ. ευρώ, όπως η πρώτη φάση.

Στο πλαίσιο της πρώτης φάσης της επιστρεπτέας προκαταβολής περισσότερες από 90.000 επιχειρήσεις, με 430.000 εργαζόμενους, που έκλεισαν με κρατική εντολή ή επλήγησαν από τις επιπτώσεις της πανδημίας του κορωνοϊού, θα ενισχυθούν, μέχρι το τέλος της επόμενης εβδομάδας, με περίπου 1 δισ. ευρώ και από αυτές, η συντριπτική πλειοψηφία, για την ακρίβεια το 99% αυτών, απασχολεί μέχρι 50 εργαζόμενους.

Αναφερόμενος σήμερα στα πλαίσια συνέντευξης Τύπου στην επιστρεπτέα προκαταβολή ο υφυπουργός Οικονομικών Θόδωρος Σκυλακάκης ανέφερε πως ως συνολική δημόσια δαπάνη θα χρηματοδοτηθεί στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της από το συγχρηματοδοτούμενο σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) του υπουργείου Οικονομικών.

Όπως είπε, οι επιχειρήσεις που δικαιούνται στην πρώτη φάση επιστρεπτέα προκαταβολή είναι όσες έχουν καταθέσει σχετική αίτηση με βάση τις πρόνοιες της υφιστάμενης Κοινής Υπουργικής Απόφασης και είτε σταμάτησαν να λειτουργούν με κρατική εντολή ή παρουσιάζουν μείωση του κύκλου εργασιών τους. «Για τις απλογραφικές επιχειρήσεις που παρουσιάζουν μείωση του κύκλου εργασιών κατά 6,7% τουλάχιστον το πρώτο τρίμηνο του 2020 και για τις διπλογραφικές επιχειρήσεις που παρουσιάζουν μείωση κατά 20% τουλάχιστον του κύκλου εργασιών κατά τον μήνα Μάρτιο του 2020, σε σχέση με τον μηνιαίο μέσο όρο των τριών προηγούμενων ετών», είπε ο υφυπουργός. Ξεκαθάρισε δε πως πρόνοια έχει ληφθεί για τις επιχειρήσεις που δεν είναι υποκείμενες σε ΦΠΑ, για τις νέες επιχειρήσεις και για τις εποχικές επιχειρήσεις, έτσι ώστε ο κύκλος εργασιών του Μαρτίου του 2020 ή του πρώτου τριμήνου του 2020 να συγκρίνεται με περιόδους αναφοράς που να προσιδιάζουν στις δικές τους ιδιαιτερότητες.

Ο υφυπουργός Οικονομικών Θόδωρος Σκυλακάκης τόνισε πως το ύψος της ενίσχυσης προσδιορίζεται αφού ληφθεί υπόψη η διαφορά του κύκλου εργασιών του 2020 με τον κύκλο εργασιών της περιόδου αναφοράς που πολλαπλασιάζεται επί την ποσοστιαία διαφορά εκροών μείον τις εισροές του προηγουμένου έτους και στη συνέχεια από το γινόμενο αφαιρείται ένα ποσό που ισοδυναμεί με τον αριθμό των εργαζομένων που έχει θέσει η επιχείρηση σε αναστολή την 21η Απριλίου 2020 επί 800 διά τρία.

«Το βασικό κριτήριο είναι η μείωση του τζίρου, όχι ολόκληρη όμως, αλλά αυτή που αντιστοιχεί στο λειτουργικό κόστος της επιχείρησης και το περιθώριο κέρδους της (όσο καλύτερα μπορούμε να τα προσεγγίσουμε). Δεν λαμβάνουμε υπόψη, δηλαδή, τα αγαθά και τις υπηρεσίες που συνήθως αγοράζει από τρίτους, για να προσφέρει τα δικά της αγαθά ή υπηρεσίες, όπως αυτά απεικονίζονται στη διαφορά εκροών-εισροών. Στη συνέχεια, αφαιρούμε μέρος του εργατικού κόστους που έχει αναλάβει το κράτος (τα 800άρια των εργαζομένων σε αναστολή δηλαδή, αλλά μόνο κατά το ένα τρίτο, αφού η μείωση του τζίρου αφορά κατά κύριο λόγο το τελευταίο δεκαήμερο του Μαρτίου)», τόνισε.

Για τα ελάχιστα ποσά της επιστρεπτέας προκαταβολής είπε πως είναι:

α) 2.000 ευρώ για επιχειρήσεις που δεν απασχολούν εργαζόμενους με σχέση εξαρτημένης εργασίας,

β) 4.000 ευρώ για επιχειρήσεις με 1 έως 5 εργαζόμενους

γ) 8.000 ευρώ για επιχειρήσεις με 6 έως 20 εργαζόμενους

δ) 15.000 ευρώ για επιχειρήσεις με 21 έως 50 εργαζόμενους,

ε) 30.000 ευρώ για επιχειρήσεις με πάνω από 50 εργαζόμενους.

Όπως ξεκαθάρισε, το ανώτατο ύψος ενίσχυσης (ανά επιχείρηση) δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των 350.000 ευρώ για τις επιχειρήσεις που απασχολούν έως 250 άτομα και το ποσό των 500.000 ευρώ για τις επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 250 άτομα. 

«Οι επιχειρήσεις που δεν έκαναν για οποιονδήποτε λόγο αίτηση στην παρούσα φάση της επιστρεπτέας προκαταβολή, θα μπορούν να υποβάλουν στην επόμενη, όπου θα ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι δεν έλαβαν μέρος στη φάση αυτή, ώστε να μην υπάρχουν κατά το δυνατόν αδικίες για επιχειρήσεις που έχουν πληγεί με παρόμοιο τρόπο», είπε.

Για το επιτόκιο της επιστρεπτέας προκαταβολής είπε πως είναι το βασικό επιτόκιο που ορίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Ελλάδα, προσαυξημένο κατά 109 μονάδες βάσης. Δηλαδή, με σημερινά δεδομένα, κάτω του 1%.

«Η επιστροφή του ποσού αρχίζει από το 2022 – υπάρχει δηλαδή περίοδος χάριτος μέχρι τις 31/12/ 2021 – και θα γίνει σε 40 ισόποσες τοκοχρεωλυτικές μηνιαίες δόσεις. Το ποσό της ενίσχυσης θα εμφανίζεται στις οφειλές της επιχείρησης στο TAXISNet», σημείωσε ο κ. Σκυλακάκης. 

Κατά τον ίδιο, η επιχείρηση που θα λαμβάνει την επιστρεπτέα προκαταβολή υποχρεούται να διατηρήσει έως την 31η Οκτωβρίου 2020 τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούσε υπό οιοδήποτε καθεστώς απασχόλησης κατά την 30ή Μαρτίου 2020, βάσει των στοιχείων του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ.