Στην καρδιά της πρωτεύουσας, στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, στο κτήριο-μνημείο επί της οδού Ερμού 134-136 και Ευβούλου, στον Κεραμεικό, εγκαθίσταται το Ελληνικό Ίδρυμα Βιβλίου και Πολιτισμού (ΕΛΙΒΙΠ). Το κτήριο -ιδιοκτησίας του υπουργείου Πολιτισμού- παραχωρείται με απόφαση της υπουργού, Λίνας Μενδώνη, στο ΕΛΙΒΙΠ, για τη στέγαση των λειτουργιών του και την ανάπτυξη των δράσεών του, όπως αναφέρει σημερινή ανακοίνωση του ΥΠΠΟ.
Το ακίνητο είχε παραχωρηθεί στον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων το 1986 με απόφαση της Μελίνας Μερκούρη. Η παραχώρηση ήρθη το 2023, με απόφαση της Λίνας Μενδώνη, λόγω της μη τήρησης των όρων παραχώρησης του κτηρίου-μνημείου, σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση.
Η κ. Μενδώνη δήλωσε ότι «η απόφαση για την παραχώρηση της χρήσης του συγκεκριμένου ακινήτου στο Ελληνικό Ίδρυμα Βιβλίου και Πολιτισμού -φορέα εποπτευομένου από το υπουργείο Πολιτισμού- εξυπηρετεί απολύτως τις ανάγκες του Ιδρύματος, αλλά και την πολιτική του υπουργείου, που θέλει το βιβλίο στην καρδιά των πόλεων, στο κέντρο της Αθήνας, ώστε οι πολίτες να μετέχουν εύκολα και δυναμικά στις δράσεις και τις δραστηριότητες του ΕΛΙΒΙΠ. Σε μια εποχή που κυριαρχεί η τεχνολογία, η εμπειρία του βιβλίου παραμένει μοναδική. Η σχέση του καθενός μας με το βιβλίο είναι σχέση βιωματική, σχέση εμπειρίας και μνήμης. Το κτήριο, επί του πεζοδρόμου της Ερμού, σε απόσταση αναπνοής από την Αρχαία Αγορά των Αθηνών και όμορο του αρχαιολογικού χώρου του Κεραμεικού, διαθέτει τους κατάλληλους χώρους ώστε άνετα μπορεί να φιλοξενεί εκδηλώσεις σχετικές με το βιβλίο και τη φιλαναγνωσία, ενώ ο κήπος που το περιβάλει είναι ιδανικός για πολιτιστικές εκδηλώσεις, συναφείς με το έργο του ΕΛΙΒΙΠ. Το υπουργείο Πολιτισμού, διά της αρμόδιας Υπηρεσίας Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Αττικής, αποκατέστησε πλήρως το κτήριο-μνημείο, που τα τελευταία χρόνια είχε περιέλθει σε απόλυτη παρακμή. Με τη νέα του χρήση αναβαθμίζεται η ευρύτερη περιοχή, σε συνδυασμό και με το νέο πρόσωπο που αποκτά ο όμορος αρχαιολογικός χώρος του Κεραμεικού, με την ολοκλήρωση των έργων που εκτελεί η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών».
Το ακίνητο απαλλοτριώθηκε για αρχαιολογικούς σκοπούς από το Ελληνικό Δημόσιο-Υπουργείο Πολιτισμού, με απόφαση του 1973. Το κτήριο οικοδομήθηκε στην αυγή του 20ού αιώνα (αρχές 1900) και χρησιμοποιήθηκε ως χώρος πώλησης «οικοδομικών υλών» από τον Γεώργιο Κ. Βεντούρη. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1916, η εταιρεία του Γ. Βεντούρη συγκαταλέγεται στο λήμμα «Εργοληπτικαί Εταιρείαι Αθηνών» του «Οδηγού της Ελλάδος» του Ν. Ιγγλέση, ενώ στον τόμο των ετών 1923-1926 ο Οδηγός περιλαμβάνει δισέλιδο αφιέρωμα στον «Εμπορικό και Βιομηχανικό Οίκο» του Γ. Κ. Βεντούρη. Το 1994, το κτήριο χαρακτηρίστηκε από το ΥΠΠΟ ως έργο τέχνης μαζί με το αύλειο κτίσμα του, οπότε υπάγεται στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 4858/2021. Το 1993 είχε χαρακτηριστεί από το ΥΠΕΝ ως διατηρητέο.
Πρόκειται για μεγάλης κλίμακας αστικό ακίνητο που περιλαμβάνει, στη σύγχρονη μορφή του, το κυρίως νεοκλασικό κτήριο μεικτής χρήσης (κατάστημα στο ισόγειο - κατοικία στον όροφο), βοηθητικό λιθόκτιστο κτίσμα, στον αύλειο χώρο του, και κήπο. Την ίδια περίοδο, στους εμπορικούς δρόμους, στο κέντρο της Αθήνας, διαμορφώνονται κτήρια με τρόπο που να καλύπτουν τις χρηστικές ανάγκες της θέσης τους. Σύμφωνα με τον Μάνο Μπίρη, «το ισόγειο αυτών των κτιρίων διαθέτει μεγάλους χώρους για επαγγελματική χρήση, με ελεύθερο ύψος 6μ(…). Έτσι, τουλάχιστον στους εμπορικούς δρόμους της Αθήνας, διαμορφώνεται μια ιδιαίτερη εικόνα δομημένου χώρου (…) που διαμορφώνουν βιτρίνες ή εισόδους μαγαζιών, καφενείων και ζαχαροπλαστείων (…). Αντίθετα, στους ορόφους των κτιρίων δεν παρατηρούμε καμία σημαντική διαφοροποίηση από το γνώριμο σχήμα όψης και κάτοψης των μεγάλων αστικών κατοικιών».
Το κτήριο αναπτύσσεται σε τέσσερις στάθμες. Οι χώροι του ισογείου είναι ενιαίοι και λιτοί, χωρίς μορφοπλαστικό διάκοσμο. Ο Α' όροφος φιλοξενούσε την κυρίως κατοικία. Οι οροφές των κύριων, προβεβλημένων χώρων του, φέρουν γλυπτικό διάκοσμο, γεωμετρικά πιο απλοποιημένα στο χωλ της εισόδου και περίτεχνο με φυτικά στοιχεία στα, κυρίως, δωμάτια προς την οδό Ερμού. Ο Β' όροφος περιλαμβάνει μεγάλη βεράντα με κτιστό στηθαίο με θέα προς την Πλάκα και την Ακρόπολη. Το κτήριο, σε βάθος του χρόνου, έχει δεχτεί επεμβάσεις. Το 1994 εκτελέστηκαν εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης από το ΥΠΠΟ. Το 2024 το υπουργείο Πολιτισμού -διά της Υπηρεσίας Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Αττικής- προχώρησε σε εργασίες άρσης επικινδυνότητας και συνολικής αποκατάστασης του κτηρίου, προϋπολογισμού περίπου 750.000 ευρώ, από το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης του ΥΠΠΟ. Σε αυτό το πλαίσιο, πραγματοποιήθηκε πέρα από την στερέωση και αποκατάσταση όλων των σωζόμενων στοιχείων του κτηρίου και η διερεύνηση των αρχικών χρωματισμών των όψεων και του εσωτερικού του. Από τα σωζόμενα στοιχεία τεκμηριώθηκε η αρχική εικόνα του (κτηρίου), η οποία και αποκαταστάθηκε. Παράλληλα, υλοποιήθηκαν και εργασίες λειτουργικής αναβάθμισης και προσβασιμότητας σε εμποδιζόμενα άτομα και Άτομα με Αναπηρία.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ