Με καλύτερους όρους δανείζονται οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, ως αποτέλεσμα των πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης, όπως διαπιστώνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη σχετική της έκθεση, εν μέσω έντονης φημολογίας για διατήρηση των νομισματικών κινήτρων.

Στη βελτίωση των συνθηκών στις χορηγίες έχουν συμβάλει, συγκεκριμένα, το πρόγραμμα μαζικών αγορών ομολόγων και οι χορηγήσεις μακροχρόνιων δανείων στις τράπεζες (TLTROs).

Η κεντρική τράπεζα δηλώνει δικαιωμένη από τη στρατηγική δύο πυλώνων που έχει εφαρμόσει με στόχο την αναθέρμανση της υποτονικής οικονομίας της Ευρωζώνης. «Και τα δύο προγράμματα είχαν θετική επίδραση στο κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών, η οποία έδωσε σε αυτές το κίνητρο να μεταφέρουν τη μείωση του κόστους στους τελικούς δανειστές, χορηγώντας περισσότερες πιστώσεις με καλύτερους όρους», σημειώνουν οι συντάκτες της έκθεσης.

Τα φθηνά μακροχρόνια δάνεια που χορήγησε η ΕΚΤ στις τράπεζες είχαν ως αποτέλεσμα να χορηγηθούν δάνεια άνω των 100 δισ. ευρώ προς τις επιχειρήσεις. Συνολικά, οι τράπεζες έχουν λάβει περίπου 400 δισ. ευρώ μακροχρόνιων δανείων από την κεντρική τράπεζα. Το ποσό αυτό είναι πολύ χαμηλότερο από αυτό που προβλεπόταν αρχικά, αλλά η ΕΚΤ συμπεραίνει ότι το μέτρο αυτό, σε συνδυασμό με το πρόγραμμα αγορών ομολόγων, μείωσε το κόστος δανεισμού.

Με την εκτύπωση χρήματος και τη συνακόλουθη συμπίεση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, η ΕΚΤ καθιστά πιο ελκυστικό για τις τράπεζες τον δανεισμό στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, καθώς η απόδοση που έχουν από αυτόν αρχίζει και υπερβαίνει την απόδοση που θα είχαν από την αγορά κρατικών ομολόγων.

Μεγάλες μειώσεις σημειώθηκαν, ωστόσο, στον ετήσιο ρυθμό χορήγησης δανείων στην Ιρλανδία, την Ελλάδα και την Ισπανία τους τελευταίους μήνες. Ο ρυθμός δανεισμού αυξήθηκε, ωστόσο, στη Γερμανία και η συνολική τάση του άρχισε πρόσφατα να βελτιώνεται λίγο, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ.

Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ, Mario Draghi, έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επέκτασης των νομισματικών κινήτρων στην επόμενη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ στις 3 Δεκεμβρίου.

«Το QE παρέχει ήδη πολύ ρευστότητα και δεν βλέπω να υπάρχει ζήτηση για περισσότερη, ώστε να ικανοποιηθεί με νέες χορηγήσεις μακροχρόνιων δανείων από την ΕΚΤ», δήλωσε ο Francesco Papadia, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της ΕΚΤ, εν όψει της ενδεχόμενης λήψης νέων μέτρων από την κεντρική τράπεζα, προσθέτοντας: «Θα έβλεπα, αντίθετα, πιθανή μία περαιτέρω ποσοτική χαλάρωση και μια μείωση των επιτοκίων».

Βάσει των όρων της ΕΚΤ, οι τράπεζες πρέπει να τα περάσουν τα μακροχρόνια δάνεια της στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά τα δύο πρώτα χρόνια. Οι πιστώσεις της ΕΚΤ έχουν διάρκεια 2 χρόνια, που φθάνει τα 4 χρόνια, εάν οι τράπεζες αποδείξουν ότι δίνουν περισσότερα δάνεια σε σχέση με πριν.