Η αναγνώριση επιλεγμένων δραστηριοτήτων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας ως βιώσιμων από την Ευρωπαϊκή Ένωση ανοίγει έναν νέο δρόμο χρηματοδότησης για τις ενεργειακές εταιρείες. Τα λεγόμενα «πράσινα πυρηνικά ομόλογα» κάνουν τα πρώτα τους βήματα στην ευρωπαϊκή αγορά, καθώς οι κυβερνήσεις αναζητούν ταυτόχρονα ενεργειακή ασφάλεια, χαμηλότερες εκπομπές άνθρακα και προσιτές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Όπως επισημαίνει η Erste Group σε ανάλυσή της, η αγορά παραμένει ακόμη περιορισμένη, αλλά είναι πιθανό να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία τα επόμενα χρόνια. Οι ανάγκες χρηματοδότησης του ευρωπαϊκού ενεργειακού τομέα αυξάνονται, ενώ αρκετές χώρες επανεξετάζουν τη στάση τους απέναντι στην πυρηνική ενέργεια.
Τα «πράσινα πυρηνικά ομόλογα» δεν αποτελούν κάποιο νέο είδος ομολόγου από τεχνική άποψη. Πρόκειται για πράσινα εταιρικά ομόλογα, τα έσοδα των οποίων χρησιμοποιούνται για πυρηνικές δραστηριότητες που πληρούν τα αυστηρά κριτήρια της ευρωπαϊκής ταξινομίας, του συστήματος, δηλαδή, με το οποίο η ΕΕ καθορίζει ποιες οικονομικές δραστηριότητες μπορούν να θεωρούνται περιβαλλοντικά βιώσιμες.
Η επιστροφή της πυρηνικής ενέργειας
Η πυρηνική ενέργεια παραμένει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα θέματα της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής. Οι υποστηρικτές της τη θεωρούν απαραίτητη πηγή σταθερής ηλεκτροπαραγωγής με χαμηλές εκπομπές άνθρακα. Οι επικριτές της επισημαίνουν τους κινδύνους ατυχημάτων, το υψηλό κόστος και το άλυτο, σε αρκετές περιπτώσεις, ζήτημα της μακροχρόνιας αποθήκευσης των ραδιενεργών αποβλήτων.
Οι διαφορές αυτές αποτυπώνονται και στις εθνικές πολιτικές. Η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και αρκετές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης σχεδιάζουν την επέκταση της πυρηνικής τους ισχύος. Αντίθετα, η Αυστρία παραμένει σταθερά αντίθετη, η Γερμανία έκλεισε τον τελευταίο αντιδραστήρα της το 2023, ενώ η Ισπανία σχεδιάζει σταδιακή αποχώρηση από την πυρηνική ενέργεια.
Διαβάστε ακόμα - Τσάφος: Στην τελική ευθεία το roadmap για τα πυρηνικά στην Ελλάδα
Την ίδια στιγμή, όμως, καταγράφεται αλλαγή στάσης σε χώρες όπως το Βέλγιο, η Ιταλία, η Ολλανδία και η Σουηδία, οι οποίες αναθεωρούν παλαιότερες αποφάσεις για σταδιακή κατάργηση ή απαγόρευση νέων πυρηνικών εγκαταστάσεων.
Η στροφή αυτή συνδέεται τόσο με την ανάγκη περιορισμού των εκπομπών όσο και με την ενεργειακή ασφάλεια. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και η ανάγκη μείωσης της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα έχουν επαναφέρει την πυρηνική ενέργεια στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης.
Τι επιτρέπει η ΕΕ
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενέταξε το 2022, υπό προϋποθέσεις, ορισμένες πυρηνικές δραστηριότητες στην ταξινομία βιώσιμων επενδύσεων. Η απόφαση καλύπτει τρεις βασικές κατηγορίες: α) την παράταση της λειτουργίας και τον εκσυγχρονισμό υφιστάμενων πυρηνικών σταθμών, β) την κατασκευή νέων σταθμών τεχνολογίας τρίτης γενιάς ή νεότερης και γ) την έρευνα και ανάπτυξη προηγμένων τεχνολογιών, όπως οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες, γνωστοί ως SMRs.
Η ένταξη δεν σημαίνει ότι κάθε πυρηνικό έργο χαρακτηρίζεται αυτομάτως «πράσινο». Οι εταιρείες πρέπει να καλύπτουν αυστηρές απαιτήσεις για την ασφάλεια, τη διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων και την προστασία του περιβάλλοντος.
Μεταξύ άλλων, οι φορείς εκμετάλλευσης πρέπει να διαθέτουν σχέδιο διαχείρισης των αποβλήτων. Για τους νέους σταθμούς απαιτείται επίσης να υπάρχει σε λειτουργία έως το 2050 μόνιμη εγκατάσταση αποθήκευσης αποβλήτων υψηλής ραδιενέργειας. Παράλληλα, οι άδειες πρέπει να έχουν εκδοθεί έως το 2040 για έργα παράτασης της ζωής υφιστάμενων μονάδων και έως το 2045 για την κατασκευή νέων σταθμών.
Νέες δυνατότητες χρηματοδότησης
Η νέα ευρωπαϊκή ρύθμιση επιτρέπει στις εταιρείες ενέργειας να αντλούν «πράσινα» κεφάλαια για την κατασκευή νέων αντιδραστήρων, την παράταση της λειτουργίας παλαιότερων μονάδων και την αναβάθμιση της ασφάλειάς τους.
Ενεργειακοί όμιλοι όπως η γαλλική EDF, οι φινλανδικές TVO και Fortum και η τσεχική CEZ έχουν ήδη προσαρμόσει τα πλαίσια βιώσιμης χρηματοδότησής τους, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν κεφάλαια από πράσινα ομόλογα ή δάνεια για επιλέξιμα πυρηνικά έργα. Μέχρι στιγμής, πάντως, η EDF είναι η μόνη που έχει εκδώσει ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα με ρητή πρόβλεψη ότι τα έσοδα θα κατευθυνθούν σε πυρηνικές δραστηριότητες.
Το έδαφος για την ανάπτυξη αυτής της αγοράς είναι πρόσφορο. Οι εταιρείες κοινής ωφέλειας αποτελούν ήδη τους μεγαλύτερους εκδότες πράσινων εταιρικών ομολόγων σε ευρώ. Οι σχετικές εκδόσεις έφτασαν στο ιστορικό υψηλό των 48 δισ. ευρώ το 2024 και διαμορφώνονται ήδη στα 41 δισ. ευρώ το 2026. Από την αρχή του έτους ο κλάδος αντιπροσωπεύει το 61% των πράσινων εταιρικών εκδόσεων σε ευρώ, ενώ τα πράσινα ομόλογα καλύπτουν το 65% της συνολικής εκδοτικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας.
Οι επιφυλάξεις φέρνουν υψηλότερες αποδόσεις
Η ένταξη στην ευρωπαϊκή ταξινομία δεν έχει εξαλείψει τις αντιρρήσεις των επενδυτών. Πολλά επενδυτικά κεφάλαια, ιδιαίτερα στη Γερμανία και την Αυστρία, εξακολουθούν να αποκλείουν πλήρως την πυρηνική ενέργεια από τα χαρτοφυλάκιά τους. Η χαμηλότερη ζήτηση έχει ως αποτέλεσμα τα πράσινα πυρηνικά ομόλογα να προσφέρουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, υψηλότερες αποδόσεις από αντίστοιχα πράσινα ομόλογα που χρηματοδοτούν πιο παραδοσιακές μορφές ανανεώσιμης ενέργειας, όπως η αιολική και η ηλιακή.
Για τους επενδυτές που αποδέχονται την πυρηνική ενέργεια, αυτό μπορεί να δημιουργήσει μια ευκαιρία πρόσθετης απόδοσης με συγκρίσιμο πιστωτικό κίνδυνο. Επιπλέον, οι εταιρείες πυρηνικής ενέργειας είναι συχνά κρατικές ή διαθέτουν ισχυρή κρατική στήριξη, καθώς η λειτουργία τους συνδέεται άμεσα με την ενεργειακή ασφάλεια των χωρών τους.
Η Erste εκτιμά ότι οι εκδόσεις πράσινων πυρηνικών ομολόγων θα αυξηθούν. Η ευρωπαϊκή ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια ενισχύεται λόγω της ηλεκτροκίνησης, των αντλιών θερμότητας και των ενεργοβόρων κέντρων δεδομένων, ενώ οι ανάγκες επενδύσεων σε δίκτυα, αποθήκευση και παραγωγή βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Σε κάθε περίπτωση, η κανονιστική αναγνώρισή της πυρηνικής ενέργειας ως «πράσινης» από την ΕΕ δημιουργεί πλέον τις προϋποθέσεις ώστε ένα μέρος των μεγάλων πυρηνικών επενδύσεων της επόμενης δεκαετίας να χρηματοδοτηθεί από την αγορά των πράσινων ομολόγων.



