Η επίτευξη των στόχων για το κλίμα και τη βιώσιμη ανάπτυξη καθιστούν επιτακτική την δίκαιη μετάβαση σε οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό επίπεδο.  Η μετάβαση σε πιο πράσινα και βιώσιμα μοντέλα παραγωγής και κατανάλωσης απαιτεί ριζική αλλαγή στο ενεργειακό μείγμα, με απομάκρυνση από το παγκόσμιο σύστημα ορυκτών καυσίμων, δυναμική διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και σημαντική βελτίωση στην ενεργειακή αποδοτικότητα. Η ενεργειακή μετάβαση επιφέρει σημαντικές μεταβολές στην απασχόληση σε επίπεδο βιομηχανίας και περιφερειακών αγορών.  Οι μεταβολές στην απασχόληση συνδέονται άμεσα με τις δημόσιες πολιτικές για το κλίμα οι οποίες ορίζουν τις αλλαγές που καταγράφονται στις επενδύσεις, την κατανάλωση, το εμπόριο και την παραγωγικότητα. Μέχρι σήμερα, οι πολιτικές μετριασμού, όπως για παράδειγμα η αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, είχαν περιορισμένο αντίκτυπο στην απασχόληση που προέκυπτε κυρίως από τη βιομηχανική αναδιάρθρωση. Ο αντίκτυπος των πολιτικών μετριασμού θα αυξηθεί, καθώς οι χώρες εφαρμόζουν τις εθνικά καθορισμένες προθέσεις συνεισφοράς (INDC- Intended nationally determined contributions).

Οι πολιτικές που έχουν ληφθεί και που θα τεθούν σε εφαρμογή στο άμεσο μέλλον, αναμένεται να έχουν θετικές αλλά και αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση, με την πλειοψηφία των ερευνών να καταλήγουν στο συμπέρασμα πως οι θετικές επιπτώσεις υπερτερούν των αρνητικών. Οι επιπτώσεις αναμένεται να είναι όχι μόνο ποσοτικές αλλά και ποιοτικές  ως προς το είδος των ευκαιριών απασχόλησης που δημιουργούνται από την ενεργειακή μετάβαση. Γενικά, η απασχόληση αναμένεται vα αυξηθεί σε βιομηχανίες και υπηρεσίες χαμηλών εκπομπών ρύπων ενώ αναμένεται να μειωθεί σε ρυπογόνους  βιομηχανίες. Ορισμένες παραγωγικές δραστηριότητες αναμένεται να εξαλείφουν, είτε σταδιακά είτε μαζικά μειούμενες (π.χ. μεγάλης κλίμακας εξόρυξη και καύση λιγνίτη). Άλλες δραστηριότητες αναμένεται να αντικατασταθούν ως αποτέλεσμα των μετατοπίσεων στην οικονομία σε παραγωγικές μεθόδους και τεχνολογίες που συνδέονται με μεγαλύτερη ενεργειακή αποδοτικότητα. Επίσης θα καταγραφεί μετασχηματισμός και επαναπροσδιορισμός της εργασίας. Πολλές ειδικότητες (π.χ. υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, εργαζόμενοι στον τομέα των κατασκευών) θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν  τις  μεθόδους εργασίας ενώ θα κληθούν να αναβαθμίσουν τις δεξιότητες και τις τεχνικές τους γνώσεις.

Η πιθανότητα ότι το συνολικό καθαρό αποτέλεσμα στην απασχόληση θα είναι θετικό δεν πρέπει να επισκιάζει το γεγονός ότι οι εκτεταμένες πολιτικές μετάβασης θα αλλάξουν τις παγκόσμιες, περιφερειακές και εθνικές οικονομίες  με σημαντικές επιπτώσεις στη ζωή των εργαζομένων και των κοινοτήτων τους. Περιφέρειες (ή οικονομίες) που χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό εξάρτησης από συγκεκριμένες (ρυπογόνες) δραστηριότητες (χαρακτηριστικό παράδειγμα στην Ελλάδα αποτελούν η περιφέρεια της Δυτικής Μακεδονίας –Πτολεμαίδα, Φλώρινα, και η Μεγαλόπολη) και περιορισμένη ικανότητα καινοτομίας, θα αντιμετωπίσουν τη μεγαλύτερη πρόκληση. Στις περιπτώσεις αυτές θα πληγούν περισσότερο οι εργαζόμενοι με δεξιότητες με χαμηλή ζήτηση ή οι εργαζόμενοι οι οποίοι δεν είναι σε θέση να αποκτήσουν νέες δεξιότητες. Σημαντικές προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο αυτό συνδέονται με  γεωγραφικές και χρονικές συνδέσεις. Γεωγραφικά, η ενεργειακή μετάβαση δεν δημιουργεί αναγκαστικά θέσεις εργασίας σε περιοχές οι οποίες πλήττονται από τις πράσινες πολιτικές.  Ομοίως, χρονικά, η δημιουργία πράσινων θέσεων εργασίας μπορεί να μην συμβεί ταυτόχρονα ή με τον ίδιο ρυθμό, με τον οποίο περιορίζονται οι συμβατικές θέσεις εργασίας. Οι χρονικές και γεωγραφικές αποστάσεις πρέπει να γεφυρωθούν με πολιτικές δίκαιης και ομαλής μετάβασης,  οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να είναι αρκετά φιλόδοξες προκειμένου να μετριάσουν τις επιπτώσεις στην απασχόληση.  
Προς αυτή την κατεύθυνση οι δημόσιες πολιτικές πρέπει να προσβλέπουν σε κατάλληλες δράσεις ανάπτυξης και αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού. Παραδείγματα τέτοιων πολιτικών αποτελούν η ενίσχυση της έρευνας, της εκπαίδευσης και της τεχνολογίας, οι πρωτοβουλίες που μπορούν να φέρουν κοντά τους εγχώριους προμηθευτές με τις διεθνείς εταιρείες, η θέσπιση προδιαγραφών και κανόνων που αφορούν στην αγορά εργασίας ή στη δημιουργία δεσμών του τομέα της ενέργειας με τους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας, κ.α.  

Αναφορικά με τον ενεργειακό τομέα, θα πρέπει να τονιστεί πως είναι ένας τομέας έντασης κεφαλαίου που απαιτεί υψηλές κεφαλαιακές επενδύσεις, εξειδικευμένες εισροές και ακριβή τεχνολογία. Τα τελευταία συχνά παρέχονται από μεγάλες διεθνείς εταιρείες οι οποίες αποτελούν ένα πολύ καλά οργανωμένο και διασυνδεδεμένο δίκτυο εφοδιασμού, γεγονός που καθιστά συχνά δύσκολη τη συμμετοχή τοπικών προμηθευτών στην αλυσίδα εφοδιασμού ενός έργου, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου η τοπική δυναμικότητα μπορεί να υπάρχει ή να είναι ανταγωνιστική. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις, οι οποίες μπορούν να αντιμετωπίσουν την ατελή πληροφόρηση στην αγορά, είναι καθοριστικές. Μια μικρή οικονομία με περιορισμένη βιομηχανική βάση όπως η Ελλάδα μπορεί να δυσκολευτεί να παράσχει γρήγορα ανταγωνιστικές εισροές (αγαθά και υπηρεσίες) στους αναπτυσσόμενους κλάδους. Επιπλέον, ένας αναπτυσσόμενος τομέας ενέργειας σε συνδυασμό με τις φιλόδοξες πολιτικές αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας, τα οποία μπορεί να  επηρεάζουν αρνητικά την απασχόληση.

Οι πολιτικές για δίκαιη μετάβαση μπορούν να επωφεληθούν από τη δημιουργία επιχειρηματικών συνεταιρικών σχηματισμών (clusters). Στην περίπτωση της Ελλάδας, βασική πρόκληση σε αυτό το σημείο αποτελεί η έλλειψη αντίστοιχης κουλτούρας και κινήτρων για τη δημιουργία συνεταιρισμών και την ανταλλαγή των καλών πρακτικών. Η δημιουργία επιχειρηματικών συνεταιρικών σχηματισμών μπορεί να κατανεμηθεί γεωγραφικά ή/και τομεακά, εντός ή εκτός των εθνικών συνόρων (π.χ. οι σχηματισμοί μπορούν να επεκταθούν σε διακρατικό ή περιφερειακό επίπεδο έτσι ώστε να εκμεταλλευτούν οικονομίες κλίμακας) με τελικό στόχο την επιτάχυνση της καινοτομίας, της επιχειρηματικότητας και της απασχόλησης. Η γεωγραφική θέση της καθιστά την Ελλάδα ελκυστική για τη δημιουργία περιφερειακών επιχειρηματικών συνεταιρικών σχηματισμών που μπορούν να συμβάλλουν στην ενίσχυση του ρόλου της χώρας όσον αφορά στις ενεργειακές εξελίξεις στη Νότια Ευρώπη, τα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Ως προς την ποιότητα του ανθρώπινου κεφαλαίου, η έλλειψη δεξιοτήτων  ή η αδυναμία απόκτησης νέων μπορεί να συνδέεται με το εκπαιδευτικό σύστημα, την ποιότητα και τις απαιτήσεις της υπάρχουσας βιομηχανικής βάσης. Για το λόγο αυτό, οι πολιτικές παρεμβάσεις πρέπει να λάβουν έγκαιρα μέτρα ώστε να αντιμετωπιστεί το ενδεχόμενο κενό στις δεξιότητες μέσω της εκπαίδευσης, της σύνδεσης της βιομηχανίας και των λοιπών παραγωγικών δραστηριοτήτων με την έρευνα και την ανάπτυξη και με τη δημιουργία κέντρων κατάρτισης και εκπαίδευσης.