Σαν ένα κουβάρι που δύσκολα μπορεί να βρει κανείς την άκρη του νήματος, μοιάζουν το τελευταίο διάστημα οι σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας, κι αυτό γιατί η εμπορική διένεξη των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη κλιμακώνεται ολοένα και περισσότερο, θέτοντας σε κίνδυνο τα, σαθρά κατά πολλούς, θεμέλια της παγκόσμιας οικονομίας.

Σε αυτό το ευμετάβλητο κι αβέβαιο περιβάλλον οι εμπορικές εντάσεις συναγωνίζονται την αδυναμία της παγκόσμιας οικονομίας να ανεβάσει ρυθμούς, επιτείνοντας τα φαινόμενα της ύφεσης.

Στην τελευταία «πράξη του δράματος» ο αμερικανός Πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, οπισθοχώρησε στην επιβολή πρόσθετων δασμών 10% ύψους 300 δισ. δολαρίων σε κινεζικά αγαθά σε μια προσπάθεια να «φρενάρει» την απόφαση της Κίνας να ακυρώσει όλες τις αγορές αμερικάνικων αγροτικών προϊόντων. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αγροτικός τομέας των ΗΠΑ δέχεται ίσως το μεγαλύτερο πλήγμα από την εμπορική διένεξη των δύο μεγαλύτερων οικονομικών δυνάμεων. Το 2017, η Κίνα εισήγαγε αγροτικά προϊόντα αξίας 19,5 δισ. δολάρια από τις ΗΠΑ και ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος αγοραστής για τους Αμερικανούς παραγωγούς. Το 2018 όμως, οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων στην Κίνα συρρικνώθηκαν κατά σχεδόν 50% και τα έσοδα «έπεσαν» στα 9,2 δισ. δολάρια, σύμφωνα με το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης των ΗΠΑ.

Παρά την πρόσφατη οπισθοχώρηση, ο αμερικανός Πρόεδρος δεν φαίνεται διατεθειμένος για μεγαλύτερες υποχωρήσεις, αφού γνωρίζει πως τόσο το ίδιο του το κόμμα, όσο και οι Δημοκρατικοί θα τον κατηγορήσουν για ξεπούλημα αλλά και λάθος διαχείριση της συνολικής διαπραγματευτικής ισχύος των ΗΠΑ.

Παράλληλα, έχοντας μπροστά του τις εκλογές του 2020 ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θέλει να απογοητεύσει και να «χάσει» τον αγροτικό κόσμο των ΗΠΑ που τον στήριξε με θέρμη στην εκλογική του νίκη το 2016. 

Αυτός είναι και ο λόγος που εν μέσω πιέσεων, ο Τραμπ έχει υποσχεθεί ένα πακέτο βοήθειας στους αγρότες, ύψους 16 δισ. δολαρίων, ως αντιστάθμισμα από τις απώλειες της ανταλλαγής δασμών. Ακόμα κι αν δοθεί η προαναφερθείσα τονωτική ένεση, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελέσει «σκαλοπάτι» παλινόρθωσης και ισχυροποίησης των αμερικανικών προϊόντων που όλο και περισσότερο θα υστερούν στο βωμό του ανταγωνισμού, αν χάσουν έναν από τους μεγαλύτερους αγοραστές τους.

Τα πεδία αντιπαράθεσης που έχει ανοίξει ο πλανητάρχης είναι πολλά και δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα τόσο για τον ίδιο όσο και συνολικά για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο τρενάκι του τρόμου της Wall Street στις πιέσεις των μεγάλων εταιρειών που επιβαρύνονται από τον εμπορικό προστατευτισμό που καθιερώνει ως οικονομική φιλοσοφία ο Ντόναλντ Τραμπ, και στην κόντρα με τον πρόεδρο της Fed Τζερόμ Πάουελ έρχονται να προστεθούν και οι αναλύσεις των οίκων αξιολόγησης και των αμερικανικών τραπεζών που κάνουν λόγο για πυροδότηση νέας ύφεσης στην αμερικανική οικονομία.

Αν οι φόβοι για μια νέα ύφεση επιβεβαιώθούν τότε τα περιθώρια θα στενέψουν επικίνδυνα για τον Ντόναλντ Τραμπ.

Σύμφωνα με τους αναλυτές η αντιστροφή της καμπύλης των αποδόσεων δίνει σήμα επικείμενης ύφεσης της αμερικανικής οικονομίας με τις τελευταίες εννέα φορές που συνέβη η αντιστροφή να ακολουθεί μια βαθιά ύφεση. Η συνεδρίαση της Τετάρτης στη Wall Street ήρθε να επιβεβαιώσει το ήδη τεταμένο κλίμα με τους βασικούς δείκτες να κατακρημνίζονται με «μπροστάρη» τον Dow Jones που υποχώρησε 3,05% χάνοντας σε μία συνεδρίαση 800 μονάδες και τις αμερικανικές τραπεζικές μετοχές να βουλιάζουν στην πυροδότηση ενός νέου γύρου sell-off.

Φυσικά ο Ντόναλντ Τραμπ δεν άφησε ασχολίαστο το γεγονός της αντιστροφής της καμπύλης των αποδόσεων των ομολόγων και έσπευσε να εξαπολύσει νέα επίθεση στον κεντρικό τραπεζίτη των ΗΠΑ Τζερόμ Πάουελ, καθιστώντας τον υπεύθυνο για την επικράτηση των φόβων της επιβράδυνσης της αμερικανικής οικονομίας.

Η πολιτική στοχοποίησης της Fed από τον Ντόναλντ Τραμπ εξυπηρετεί πολιτικά τον ίδιο, καθώς μεταβιβάζει τις συνέπειες της αναθεωρητικής πολιτικής του και των εμπορικών διενέξων σε έναν άλλο βραχίονα άσκησης πολιτικής, που είναι ανεξάρτητος (Fed) και άρα εκτός ελέγχου. Με αυτόν τον τρόπο ο Τραμπ έχει βρει τον «ιδανικό εσωτερικό εχθρό» για να χρεώσει ενδεχόμενη μακροπρόθεσμη προσωπική πολιτική αποτυχία.