Με μεικτά πρόσημα έκλεισαν σήμερα τα κυριότερα χρηματιστήρια της Ασίας εν μέσω των αυξανόμενων γεωπολιτικών προκλήσεων σε Συρία και Βόρεια Κορέα.
Στην Ιαπωνία, ο δείκτης Nikkei ενισχύθηκε κατά 0,71% στις 18.797 μονάδες και ο δείκτης Topix αυξήθηκε κατά 0,66% στις 1.499 μονάδες.
Στην ηπειρωτική Κίνα, αντίθετα, το χρηματιστήριο της Σαγκάη υποχώρησε κατά 0,47% στις 3.271 μονάδες και το χρηματιστήριο της Σένζεν διολίσθησε κατά 0,51% στις 533,82 μονάδες.
Στο Χονγκ Κονγκ, ο δείκτης Χανγκ Σενγκ κινήθηκε οριακά πτωτικά κατά 0,06% στις 24.252 μονάδες, ενώ στην Αυστραλία, ο δείκτης ASX 100 σημείωσε κέρδη κατά 0,86% στις 5.912 μονάδες. Στη Νότια Κορέα, τέλος, ο δείκτης Kospi μειώθηκε κατά 0,84% στις 2.133 μονάδες.
Σταθεροποίηση με αυξητικές τάσεις καταγράφηκαν σήμερα το πρωί στη διαμόρφωση των τιμών του πετρελαίου στις ασιατικές αγορές, μετά την ενίσχυση της ζήτησης κι ενώ παραμένει το κλίμα αβεβαιότητας για την πορεία των εξελίξεων στη Συρία.
Οι τιμές του πετρελαίου τύπου Brent, διαμορφώθηκαν στα 55,28 δολάρια το βαρέλι, αυξημένες κατά 4 σεντς από το τελευταίο κλείσιμο.
Οι τιμές του αμερικανικού αργού πετρελαίου αυξήθηκαν κατά 10 σεντς στα 52,34 δολάρια το βαρέλι.
Η εντατικοποίηση της δραστηριότητας στις αμερικανικές πετρελαϊκές γεωτρήσεις, ασκεί πιέσεις στις διεθνείς αγορές για τη συνέχιση της τάσης μείωσης των πετρελαϊκών τιμών.
Στα οικονομικά νέα της ημέρας η Ιαπωνία κατέγραψε πλεόνασμα 2,81 τρισεκατομμυρίων γιεν (25,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων) στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών το Φεβρουάριο. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη καταγραφή αύξηση πλεονάσματος από το Μάρτιο του 2016, ενώ η θετική πορεία των πλεονασμάτων συνεχίστηκε για 32ο μήνα.
Οι προβλέψεις των οικονομολόγων, ανέμεναν πλεόνασμα 2,62 τρισεκατομμυρίων γιεν, ενώ η αύξηση έναντι των προβλέψεων αποδίδεται στην αύξηση των ιαπωνικών εξαγωγών την περίοδο του νέου έτους για την ευρύτερη ασιατική περιοχή.
Η γενική εικόνα των ιαπωνικών εξαγωγών προς την Κίνα κι άλλες ασιατικές χώρες παραμένει σταθερή, με τις τάσεις αύξησης στις τιμές του πετρελαίου ν' αποθαρρύνουν τις εισαγωγές προϊόντων, εξαιτίας της αύξησης των τιμών και του λειτουργικού κόστους της παραγωγής.



