Σύμφωνα με τα τελευταία ευρήματα της εξελισσόμενης διαχρονικής βρετανικής μελέτης με τίτλο «Τα παιδιά της δεκαετίας του 2020», η αυξημένη χρήση οθονών στις τρυφερές ηλικίες συνδέεται με φτωχότερη γλωσσική ανάπτυξη και υψηλότερα ποσοστά συναισθηματικών και συμπεριφορικών διαταραχών.
Πρόκειται για την πρώτη εθνική διαχρονική μελέτη της Μ. Βρετανίας που παρακολουθεί τα νήπια τα οποία γεννήθηκαν το 2020 (για ολόκληρες δεκαετίες) και αποκαλύπτει ότι η χρήση οθονών είναι αυξημένη στα παιδιά τα οποία προέρχονται από χαμηλότερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα. Φαίνεται από την βρετανική μελέτη πως τα νήπια που μεγαλώνουν σε ευνοημένο οικονομικά οικογενειακό περιβάλλον έχουν περισσότερες διεξόδους για τον ελεύθερο χρόνο τους και περνούν λιγότερο χρόνο μπροστά στις οθόνες.
Πώς υλοποιείται η μελέτη
Το υπουργείο Παιδείας της Μ. Βρετανίας ανέθεσε σε ερευνητές του Κέντρου Ψυχολογίας και Γλωσσικών Επιστημών του University College London Psychology και του Κέντρου Διαχρονικών Μελετών του UCL να αναλύσουν δεδομένα από περισσότερους από 4.700 γονείς 2χρονων νηπίων της χώρας.
Στο διάστημα 2023-2024, οι κηδεμόνες των παιδιών κλήθηκαν να απαντήσουν σε μια σειρά ερωτήσεων σχετικά με το μαθησιακό περιβάλλον του παιδιού, τον χρόνο που περνάει μπροστά στις οθόνες, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά του.
Παράλληλα ανέφεραν τις δικές τους συνθήκες, συμπεριλαμβανομένης της ψυχικής τους υγείας και ευεξίας, και ολοκλήρωσαν μια αξιολόγηση για να «μετρήσουν» το προφορικό λεξιλόγιο του παιδιού τους.
Τι συστήνει ο ΠΟΥ
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) συνιστά για τα παιδιά ηλικίας 2 έως 4 ετών να περνούν το πολύ έως μία ώρα την ημέρα σε οθόνη. Σχεδόν όλα τα παιδιά 2 ετών (98%) παρακολουθούν οθόνες σε μια κλασική ημέρα της ζωής τους και η βρετανική μελέτη δείχνει πως ξοδεύουν μπροστά σε οθόνη κατά μέσο όρο 129 λεπτά την ημέρα. Μόνο το 34% των 2χρονων νηπίων πληροί τη σύσταση του ΠΟΥ για μία ώρα ή λιγότερο χρόνο ημερησίως μπροστά σε οθόνες. Το 20% των νηπίων βρέθηκε επίσης πως παίζει τακτικά παιχνίδια στον υπολογιστή.
Πού υστερούν τα «κολλημένα» στην οθόνη νήπια
Οι ερευνητές του UCL διαπίστωσαν ότι τα παιδιά που περνούν τον περισσότερο χρόνο μπροστά σε οθόνες (πέντε ώρες την ημέρα!) έχουν χαμηλότερες βαθμολογίες στα τεστ λεξιλογίου από εκείνα που περνούν τον λιγότερο χρόνο (44 λεπτά την ημέρα).
Επιπλέον, οι πιο τακτικοί λιλιπούτειοι χρήστες οθόνης χρησιμοποιούν στην ομιλία τους το 53% ενός συνόλου 34 λέξεων (του τεστ), ενώ τα παιδιά που κάθονται λιγότερο στις οθόνες χρησιμοποιούν το 65% των ίδιων λέξεων. Ο χρόνος μπροστά στις οθόνες συσχετίζεται επίσης με την ψυχική υγεία των παιδιών. Τα δίχρονα παιδιά που περνούν τον περισσότερο χρόνο μπροστά σε οθόνες έχουν διπλάσιες πιθανότητες να εμφανίσουν κάποιες συναισθηματικές και συμπεριφορικές διαταραχές σε σχέση με εκείνα που παρακολουθούν λιγότερο οθόνες (39% έναντι 17%).
Μεγαλύτερη χρήση οθόνης στα παιδιά των φτωχότερων οικογενειών
Τα παιδιά από οικογένειες που αντιμετωπίζουν πιο δύσκολες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες αφιερώνουν περισσότερο χρόνο μπροστά σε οθόνες και λιγότερο χρόνο διαβάζοντας βιβλία με κάποιον στο σπίτι. Τα παιδιά στις οικογένειες με το χαμηλότερο εισόδημα περνούν σχεδόν διπλάσιο χρόνο μπροστά σε οθόνες από εκείνα στις οικογένειες με το υψηλότερο εισόδημα (179 λεπτά έναντι 97 λεπτών την ημέρα). Παράλληλα, οι γονείς των πιο εύπορων οικογενειών έχουν περισσότερες από διπλάσιες πιθανότητες να διαβάζουν στα παιδιά τους καθημερινά σε σύγκριση με τους οικονομικά ασθενέστερους γονείς (77% έναντι 32%).
Σε ένα άλλο ενδιαφέρον εύρημα, τα παιδιά, των οποίων οι γονείς έχουν συμπτώματα κατάθλιψης αφιερώνουν περισσότερο χρόνο βλέποντας τηλεόραση, βίντεο, άλλο ψηφιακό περιεχόμενο ή παίζοντας παιχνίδια στον υπολογιστή σε σχέση με εκείνα που οι γονείς τους δεν παρουσιάζουν συμπτώματα κατάθλιψης (182 λεπτά έναντι 135 λεπτών την ημέρα).
Στον αντίποδα, οι ερευνητές διαπιστώνουν ότι οι διαδραστικές δραστηριότητες γονικής μέριμνας, όπως η ανάγνωση ιστοριών, το παιχνίδι μαζί, το σχέδιο και η ζωγραφική, συνδέονται στενά με την απόκτηση καλύτερων γλωσσικών δεξιοτήτων στην πρώιμη παιδική ηλικία. Συγκεκριμένα, τα παιδιά που κάνουν διαδραστικές δραστηριότητες γονικής μέριμνας έχουν αναβαθμισμένο προφορικό λεξιλόγιο και είναι σε θέση να πουν το 74% των λέξεων του τεστ, σε σύγκριση με το 44%, στα παιδιά που δεν ασχολούνται με τέτοιου είδους δραστηριότητες.
Τι λένε οι ειδικοί
Η συγγραφέας της μελέτης, Δρ. Laurel Fish (Λόρελ Φις) από το Κέντρο Ψυχολογίας και Γλωσσικών Επιστημών του UCL επισημαίνει: «Αυτή η μελέτη εστιάζει στην έκθεση των παιδιών στα ψηφιακά μέσα κατά την πρώιμη παιδική ηλικία και τα ευρήματά της παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για τον λιλιπούτειο πληθυσμό της Αγγλίας. Η έρευνα αναδεικνύει ένα ισχυρό κοινωνικό πρότυπο ανάλογα με τον χρόνο που ξοδεύουν μπροστά σε οθόνες τα δίχρονα νήπια. Στις οικογένειες που αντιμετωπίζουν οικονομική δυσχέρεια ή όπου ο γονέας/κηδεμόνας βιώνει συμπτώματα κατάθλιψης, τα παιδιά χρησιμοποιούν οθόνες περισσότερο από τους συνομηλίκους τους».
Ωστόσο, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι ο χρόνος μπροστά σε οθόνες συχνά θεωρείται από τους γονείς ως «διέξοδος», ώστε εκείνοι να ασχοληθούν με τις οικιακές εργασίες, να εργαστούν, ή βρουν λίγο χρόνο για τον εαυτό τους έχοντας ησυχία στο σπίτι. Επίσης στην πρώιμη παιδική ηλικία οι οθόνες χρησιμοποιούνται για το εκπαιδευτικό τους περιεχόμενο (παιδικά τραγουδάκια, πρώιμη ανάγνωση παραμυθιών εξοικείωση με αριθμητική κτλ).
Η έτερη συγγραφέας της μελέτης, Δρ. Marialivia Bernardi (Μαριαλίβια Μπερναντί) από το τμήμα Ψυχολογίας και Γλωσσικών Επιστημών του UCL προσθέτει: «Παρόλο που τα δεδομένα μας δεν μπορούν να αποδείξουν με βεβαιότητα εάν ο χρόνος μπροστά στις οθόνες προκαλεί αυτές τις διαφορές στην πρώιμη παιδική ανάπτυξη, τα νέα ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη να εξεταστεί προσεκτικά το συγκεκριμένο ζήτημα. Είναι επίσης σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι η διαχείριση του χρόνου των παιδιών μπροστά στις οθόνες στο σπίτι δεν είναι εύκολη. Επηρεάζεται από την καθημερινή πραγματικότητα ενός γονέα, όπως το άγχος, οι οικονομικές ανησυχίες, η έλλειψη χρόνου, οι ευθύνες, οι πολλαπλές του υποχρεώσεις. Επομένως, η υποστήριξη των γονέων είναι σημαντική. Άλλωστε, η μελέτη δείχνει πόσο αφοσιωμένοι είναι οι γονείς στο να δίνουν στα παιδιά τους το καλύτερο ξεκίνημα στη ζωή, ενώ ταυτόχρονα καλούνται να διαχειριστούν πολλές προκλήσεις στη ζωή τους.» Στη μελέτη αυτή οι ερευνητές δεν αξιολόγησαν το περιεχόμενο που έβλεπαν τα παιδιά στις οθόνες, το οποίο θα αποτελέσει αντικείμενο πρόσθετης διερεύνησης.