Οι επιδρομές σε ενεργειακές εγκαταστάσεις στην Τεχεράνη τις τελευταίες ημέρες προκάλεσαν εκτεταμένες πυρκαγιές, καθώς καύσιμα από δεξαμενές και αγωγούς που επλήγησαν διέρρευσαν στο αστικό δίκτυο αποχέτευσης και σε δρόμους της πόλης. Το περιστατικό ανέδειξε μια λιγότερο ορατή διάσταση των σύγχρονων συγκρούσεων: τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των πολέμων.
Από πυρκαγιές σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις μέχρι τις εκπομπές που προκαλούνται από στρατιωτικές επιχειρήσεις και την παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού, οι συγκρούσεις δημιουργούν ένα σημαντικό περιβαλλοντικό φορτίο που συχνά παραμένει εκτός της δημόσιας συζήτησης για την κλιματική αλλαγή.
Η Ουκρανία ως παράδειγμα του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των συγκρούσεων
Η πιο ολοκληρωμένη αποτίμηση του κλιματικού κόστους μιας σύγχρονης σύγκρουσης έχει γίνει για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Σύμφωνα με διεθνείς εκτιμήσεις, οι εκπομπές που συνδέονται με τον πόλεμο ξεπέρασαν τα 230 εκατ. τόνους ισοδύναμου CO₂ μέσα στα πρώτα τρία χρόνια της σύγκρουσης. Το μέγεθος αυτό αντιστοιχεί περίπου στις ετήσιες εκπομπές αρκετών μεσαίων ευρωπαϊκών οικονομιών, ενώ είναι συγκρίσιμο και με το συνολικό ανθρακικό αποτύπωμα χωρών όπως η Αυστρία ή η Πορτογαλία σε μία χρονιά.
Οι εκπομπές αυτές δεν προέρχονται μόνο από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Περιλαμβάνουν την κατανάλωση καυσίμων από στρατιωτικά οχήματα, αεροσκάφη και πλοία, τις πυρκαγιές που προκαλούνται από πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και βιομηχανικές υποδομές, αλλά και τις εκπομπές που συνδέονται με την αποκατάσταση και ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων υποδομών.
Οι περιβαλλοντικές καταστροφές του Πολέμου του Κόλπου
Παρόμοιες περιβαλλοντικές επιπτώσεις έχουν καταγραφεί και σε προηγούμενες συγκρούσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991.
Τότε σημειώθηκε μία από τις μεγαλύτερες πετρελαιοκηλίδες στην ιστορία. Εκτιμάται ότι 4 έως 6 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου χύθηκαν στον Περσικό Κόλπο, προκαλώντας εκτεταμένη ρύπανση σε θαλάσσια οικοσυστήματα και παράκτιες περιοχές. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος, η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί περίπου στην κατανάλωση πετρελαίου μιας χώρας όπως η Ελλάδα για αρκετές ημέρες ή στις ανάγκες καυσίμων μιας μεγάλης ευρωπαϊκής πόλης για πολλούς μήνες.
Παράλληλα, οι πυρκαγιές σε περισσότερες από 600 πετρελαιοπηγές στο Κουβέιτ δημιούργησαν τεράστια σύννεφα καπνού και αιθάλης που παρέμειναν στην ατμόσφαιρα για μήνες. Οι φωτιές έκαιγαν καθημερινά εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, προκαλώντας εκπομπές ρύπων σε κλίμακα συγκρίσιμη με τις ετήσιες εκπομπές μικρών κρατών όπως η Κύπρος, η Μάλτα ή η Ισλανδία.
Το επεισόδιο αυτό θεωρείται μέχρι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα περιβαλλοντικά πλήγματα που έχουν προκληθεί από πολεμική σύγκρουση.
Γιατί οι στρατοί είναι από τους μεγαλύτερους καταναλωτές καυσίμων
Οι σύγχρονες στρατιωτικές επιχειρήσεις είναι εξαιρετικά ενεργοβόρες. Ένα μαχητικό αεροσκάφος μπορεί να καταναλώνει χιλιάδες λίτρα καυσίμου σε μία μόνο ώρα πτήσης, ενώ άρματα μάχης, τεθωρακισμένα οχήματα και πολεμικά πλοία καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες ντίζελ ή βαρέων καυσίμων.
Αν συνυπολογιστούν και οι έμμεσες εκπομπές -όπως η παραγωγή όπλων, η μεταφορά εξοπλισμού και η κατασκευή στρατιωτικών υποδομών- το συνολικό αποτύπωμα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο.
Ορισμένες εκτιμήσεις υπολογίζουν ότι ο στρατιωτικός τομέας ευθύνεται για περίπου 5% έως 6% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Σύμφωνα με μελέτη του 2022 των οργανισμών Conflict and Environment Observatory (CEOBS) και Scientists for Global Responsibility, το συνολικό ανθρακικό αποτύπωμα των ενόπλων δυνάμεων διεθνώς φτάνει περίπου στο 5,5% των παγκόσμιων εκπομπών. Αν οι στρατοί του κόσμου αποτελούσαν κράτος, θα ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ρυπαντές στον πλανήτη, με εκπομπές συγκρίσιμες με εκείνες μεγάλων βιομηχανικών οικονομιών.
Τα μέταλλα πίσω από το κλιματικό αποτύπωμα της στρατιωτικής βιομηχανίας
Ένα σημαντικό μέρος του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των πολέμων δεν προέρχεται μόνο από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις αλλά και από την παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού.
Η αμυντική βιομηχανία βασίζεται σε μεγάλες ποσότητες μετάλλων υψηλής αντοχής, όπως ο χάλυβα και το αλουμίνιο. Τα υλικά αυτά χρησιμοποιούνται σε άρματα μάχης, πολεμικά πλοία, στρατιωτικά αεροσκάφη και πυραυλικά συστήματα.
Οι κλάδοι αυτοί συγκαταλέγονται στους πιο ενεργοβόρους της βαριάς βιομηχανίας, καθώς η παραγωγή τους απαιτεί μεγάλες ποσότητες ενέργειας και συνδέεται με υψηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.
Το ευρωπαϊκό δίλημμα: Carbon tax και επανεξοπλισμός
Καθώς η παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού βασίζεται σε ενεργοβόρες βιομηχανίες όπως ο χάλυβας και το αλουμίνιο, το ζήτημα του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των πολέμων αποκτά και σαφή ευρωπαϊκή διάσταση.
Η συζήτηση αυτή συνδέεται άμεσα με τον μηχανισμό συνοριακής προσαρμογής άνθρακα (CBAM) της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Από το 2026 ο μηχανισμός θα επιβάλλει κόστος άνθρακα στις εισαγωγές προϊόντων υψηλής ενεργειακής έντασης, όπως χάλυβα και αλουμίνιο, πρώτες ύλες που αποτελούν βασικό στοιχείο της αμυντικής βιομηχανίας.
Η εφαρμογή του CBAM έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αυξάνει σημαντικά τις αμυντικές της δαπάνες και επιχειρεί να ενισχύσει την παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού.
Ο μηχανισμός συνοριακής προσαρμογής άνθρακα επιβάλλει κόστος εκπομπών σε εισαγωγές προϊόντων υψηλής ενεργειακής έντασης, όπως ο χάλυβας και το αλουμίνιο — πρώτες ύλες που αποτελούν βασικό στοιχείο της αμυντικής βιομηχανίας. Ωστόσο, το πλαίσιο του CBAM αφήνει περιθώριο για εξαιρέσεις σε εισαγωγές που προορίζονται για στρατιωτικούς σκοπούς, κάτι που δημιουργεί ένα ρήγμα στο σύστημα τιμολόγησης του άνθρακα.
Η εξέλιξη αυτή τροφοδοτεί μια ευρύτερη συζήτηση στην Ευρώπη για το κατά πόσο η αυστηρή κλιματική πολιτική μπορεί να συνδυαστεί με την ανάγκη ενίσχυσης της αμυντικής παραγωγής. Διεθνείς αναλύσεις προειδοποιούν ότι τέτοιου είδους στρατιωτικές εξαιρέσεις ενδέχεται να αποδυναμώσουν την πίεση για απανθρακοποίηση της αμυντικής βιομηχανίας, δημιουργώντας ταυτόχρονα ασυμμετρία με άλλους βιομηχανικούς κλάδους που παραμένουν πλήρως εκτεθειμένοι στο κόστος του άνθρακα.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ενισχύεται ο φόβος δημιουργίας μιας «βιομηχανίας δύο ταχυτήτων», όπου η πολιτική βιομηχανία λειτουργεί υπό αυστηρούς κανόνες εκπομπών, ενώ η αμυντική παραγωγή θα μπορούσε να επωφελείται από ειδικές εξαιρέσεις για λόγους στρατηγικής ασφάλειας.
Οι εξελίξεις στη σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν δείχνουν πόσο στενά συνδέονται πλέον οι γεωπολιτικές εντάσεις με τις κρίσιμες ενεργειακές και βιομηχανικές υποδομές. Πλήγματα σε εγκαταστάσεις καυσίμων, ενεργειακά δίκτυα και βιομηχανικές μονάδες δεν επηρεάζουν μόνο την ασφάλεια ή τις αγορές ενέργειας, αλλά αφήνουν πίσω τους και ένα σημαντικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Καθώς οι συγκρούσεις μεταφέρονται ολοένα και περισσότερο γύρω από ενεργειακές υποδομές και εφοδιαστικές αλυσίδες πρώτων υλών, το περιβαλλοντικό κόστος των πολέμων παύει να είναι μια δευτερεύουσα συνέπεια. Αντίθετα, αρχίζει να αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που επηρεάζει τόσο τη γεωπολιτική όσο και τη συζήτηση για την κλιματική πολιτική τα επόμενα χρόνια.