Συντηρούνται και διευρύνονται οι μισθολογικές αποκλίσεις μεταξύ Ελλάδας και άλλων κρατών-μελών της ΕΕ, παρά την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 35,5% από το 2019 έως σήμερα (από τα 650 ευρώ στα 880 ευρώ).
Οι συνθήκες υποαμοιβής των μισθωτών στη χώρα μας σε σχέση με τις υπόλοιπες υπό εξέταση οικονομίες της ΕΕ, είναι οριζόντιες, καλύπτοντας σχεδόν όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας.
Παράλληλα το κόστος στέγασης είναι δυσβάστακτο για ένα στα τρία ελληνικά νοικοκυριά, εξέλιξη που κατατάσσει τη χώρα μας στην υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει η Ενδιάμεση Έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και με δεδομένη την αύξηση της τουριστικής κίνησης και την υπερδιόγκωση του κλάδου της εστίασης και των υπηρεσιών παροχής καταλύματος τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, η σημαντική υστέρηση των μισθών, σε συνδυασμό με τη χαμηλή ποιότητα των θέσεων απασχόλησης ερμηνεύει, εν μέρει, τη χαμηλή ελκυστικότητα των προσφερόμενων θέσεων απασχόλησης.
«Η κλαδικά ισόρροπη αύξηση των αποδοχών, παράλληλα με τη θεσμική ενίσχυση των μηχανισμών προστασίας του συνόλου των εργαζομένων στη χώρα μας, στο πλαίσιο μιας σύγχρονης βιομηχανικής-αναπτυξιακής στρατηγικής, αποτελούν κρίσιμες παρεμβάσεις για την αύξηση της απασχόλησης, τον βιώσιμο διαρθρωτικό μετασχηματισμό του παραγωγικού συστήματος και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας συνολικά», τονίζει η ΓΣΕΕ.
Αποκλίσεις αποδοχών με κράτη μέλη της ΕΕ
Σημαντικές είναι οι αποκλίσεις που αφορούν τις αποδοχές των εργαζομένων. Ειδικότερα, ενώ το 2009 ο μέσος ετήσιος μισθός στη χώρα μας σε όρους PPS (22.107) αντιστοιχούσε στο 91,8% του μέσου ευρωπαϊκού (24.087), το 2019 η αναλογία αυτή μειώθηκε στο 61,2% (18.204 στην Ελλάδα, έναντι 29.738 στην ΕΕ), ενώ το 2024 διαμορφώθηκε ακόμη χαμηλότερα στο 59,1% (21.486 στην Ελλάδα, έναντι 36.382 στην ΕΕ).
Η εικόνα παραμένει εξίσου προβληματική, σε ότι αφορά τις συνολικές αποδοχές των μισθωτών με τις ώρες εργασίας τους. Ειδικότερα, το μέσο ωρομίσθιο των εργαζομένων σε όρους PPS ανερχόταν το 2024 στη χώρα μας σε 11,3, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,3, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 18,1 και στις οικονομίες της Περιφέρειας 20,4.
Συγκρίνοντας τις επιδόσεις της Ελλάδας με τις αντίστοιχες των υπόλοιπων κρατών μελών ξεχωριστά, το 2009 η Ελλάδα καταλάμβανε την τέταρτη υψηλότερη θέση μεταξύ των εξεταζόμενων κρατών μελών όσον αφορά το ύψος του μέσου ετήσιου μισθού, όντας πίσω μόνο από την Ισπανία, την Ιταλία και τη Σλοβενία. Ωστόσο το 2019 βρισκόταν στην προτελευταία θέση, ενώ το 2024 στην τελευταία θέση, με τη Βουλγαρία πλέον να εμφανίζει υψηλότερους μέσους μισθούς σε όρους PPS έναντι της Ελλάδας.

Σύμφωνα με τη ΓΣΕΕ, το 2024 (σε σύγκριση με το σύνολο των χωρών της Περιφέρειας) οι μέσοι ετήσιοι μισθοί στη χώρα μας ανέρχονταν στο 64,6% των αντίστοιχων αποδοχών στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, και στο 65% συγκριτικά με τις βαλκανικές χώρες.
Σε ότι αφορά τις συνθήκες υποαμοιβής των μισθωτών στη χώρα μας, το 2024 στους κλάδους της Βιομηχανίας (πλην Κατασκευών) το μέσο ωρομίσθιο σε όρους PPS διαμορφώθηκε σε 14,1, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,1, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 15,2 και στις οικονομίες της Περιφέρειας 21,4.
Επίσης, το ίδιο έτος στις Υπηρεσίες οι ωριαίες αποδοχές των μισθωτών στην Ελλάδα σε όρους PPS αντιστοιχούσαν μόλις στο 72% του αντίστοιχου μέσου επιπέδου των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, στο 56,5% των κρατών-μελών των Βαλκανίων και στο 54,4% των οικονομιών της Περιφέρειας.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι σημαντικές μισθολογικές αποκλίσεις μεταξύ Ελλάδας και άλλων κρατών-μελών της ΕΕ παρατηρούνται ακόμη και σε κλάδους, στους οποίους η χώρα μας εμφανίζει σχετικά υψηλή συγκέντρωση απασχόλησης, όπως ο κλάδος «Χονδρικό και λιανικό εμπόριο, επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών» και ο κλάδος «Δραστηριότητες υπηρεσιών παροχής καταλύματος και υπηρεσιών εστίασης».
Συνθήκες διαβίωσης
Στην Ελλάδα το 2024 το 18,5% των ατόμων που ζούσαν σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά δήλωναν ότι αδυνατούσαν να διατηρήσουν επαρκώς ζεστή την οικία τους, έναντι μέσου ποσοστού 12,9% στις οικονομίες της Περιφέρειας και 10,4% στα κράτη-μέλη της Βαλκανικής, τα οποία μάλιστα τα τελευταία δεκαπέντε έτη έχουν καταγράψει αξιοσημείωτη μείωση των αντίστοιχων ποσοστών.
Επίσης, το 2024 το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά και αδυνατούσε να ανταποκριθεί σε μια σειρά πάγιες πληρωμές, όπως ενοίκιο ή δόση δανείου, λογαριασμοί νερού, ηλεκτρικού ρεύματος, δόσεις πιστωτικών καρτών κ.ά. διαμορφώθηκε στο υψηλό 46,6%.
Σε σύγκριση με το αντίστοιχο μέσο ποσοστό στα κράτη-μέλη της Βαλκανικής, το ποσοστό αυτό ήταν υψηλότερο κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ έναντι εκείνου στις οικονομίες της Περιφέρειας και στα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης υψηλότερο κατά 34,6 και 40,3 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα.

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα εμφάνιζε το 2019 υψηλότερο ποσοστό μισθωτών που ζούσαν σε συνθήκες στέρησης σε σχέση με το 2024, η μείωση του συγκεκριμένου δείκτη στη χώρα μας την περίοδο 2019-2024 ήταν αρκετά μικρότερη από εκείνη σε άλλα κράτη-μέλη, τα οποία το 2019 είχαν αντίστοιχα υψηλά ποσοστά.
Για παράδειγμα, ενώ το 2019 στη Ρουμανία το ποσοστό αυτό ήταν 1,4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από ό,τι στην Ελλάδα, το 2024 η χώρα μας εμφανίζει ποσοστό υψηλότερο από συγκεκριμένη χώρα κατά 5,5 ποσοστιαίες μονάδες. Αξιοσημείωτη πρόοδο κατέγραψε το ίδιο διάστημα και η Βουλγαρία.
Δυσβάστακτο το κόστος στέγασης
Δυνητική εστία μακρο-χρηματοπιστωτικής αστάθειας εξακολουθεί να παραμένει και το στεγαστικό πρόβλημα, σύμφωνα με την ΓΣΕΕ, το οποίο έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος εξαιτίας, μεταξύ άλλων, της αύξησης που καταγράφουν οι δαπάνες στέγασης.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2024 στην Ελλάδα το ποσοστό δαπανών στέγασης στο διαθέσιμο εισόδημα ανερχόταν στο 35,5%. Η τιμή αυτή, αν και μειωμένη συγκριτικά με το 2019, παραμένει με διαφορά η υψηλότερη μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.
Αξιοσημείωτο είναι ότι τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά στην Ελλάδα δαπανούσαν το 51,1% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες, ενώ τα τετραμελή νοικοκυριά που αποτελούνται από δύο ενήλικες με δύο εξαρτώμενα παιδιά δαπανούσαν το 34,8% του διαθέσιμου εισοδήματός τους. Οι επιδόσεις αυτές αποτελούν τις χειρότερες επιδόσεις μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.
Τονίζεται ότι το 2024 στην Ελλάδα το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιούσε σε νοικοκυριά όπου το στεγαστικό κόστος ήταν μεγαλύτερο του 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους (ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης) ανερχόταν στο 28,9%. Το ποσοστό αυτό, παρά την αποκλιμάκωσή του σε σχέση με το 2019 (36,2%), παραμένει το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.
Αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις παρουσιάζει το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης του κόστους στέγασης ανάλογα με το καθεστώς ιδιοκτησίας της κατοικίας. Το 2024 το ποσοστό αυτό για τους ενοικιαστές ανερχόταν στο 37,4% (τρίτο υψηλότερο στην ΕΕ), ενώ για τα άτομα σε ιδιόκτητη κατοικία, χωρίς δάνειο ή υποθήκη σε εκκρεμότητα, ήταν 25,7% (το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ).

Επιπρόσθετα, το κόστος στέγασης στη χώρα μας έχει δυσανάλογη επίδραση στην ευημερία των πολιτών διαφορετικής εισοδηματικής κατάστασης. Ενδεικτικά, το 2024 για τα άτομα που ανήκαν στο φτωχότερο εισοδηματικό πεμπτημόριο το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης του κόστους στέγασης ανερχόταν στο 88,6% (έναντι 27,8% στην ΕΕ), ενώ για τα πλουσιότερα άτομα (5ο εισοδηματικό πεμπτημόριο) στο 1,4% (συγκριτικά με 0,7% στην ΕΕ).
Σε επίπεδο περιφερειών, το υψηλότερο ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης εμφάνισαν το 2024 οι περιφέρειες Κεντρικής Μακεδονίας (35,7%), Πελοποννήσου (33,1%), Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (31,9%), Βορείου Αιγαίου (31,7%) και Δυτικής Ελλάδας (31,5%).
Στον αντίποδα, το ίδιο έτος τα χαμηλότερα ποσοστά επιβάρυνσης κατέγραψαν οι περιφέρειες Κρήτης (20,4%) και Νοτίου Αιγαίου (23,5%), ακολουθούμενες από τις περιφέρειες
Ηπείρου (24,6%), Αττικής (26,5%) και Ιονίων Νήσων (26,9%). Κοντά στον μέσο όρο της χώρας κυμάνθηκαν, τέλος, τα αντίστοιχα ποσοστά στη Θεσσαλία (28%) και στις περιφέρειες Στερεάς Ελλάδας (28,6%) και Δυτικής Μακεδονίας (29,3%).
Τονίζεται ότι οκτώ από τις δεκατρείς περιφέρειες της χώρας κατέγραψαν το 2024 υψηλότερα ποσοστά υπερβολικής επιβάρυνσης του στεγαστικού κόστους έναντι του 2021.