Αδειάζει η «κλεψύδρα» για την επιλογή ασφαλιστικής κατηγορίας στην οποία θα ενταχθούν για το 2026 οι 1,4 εκατομμύρια ελεύθεροι επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενοι και αγρότες.
Όσοι δεν προβούν σε κάποια επιλογή εισφορών ως τις 31 Ιανουαρίου μέσω της πλατφόρμας του e-ΕΦΚΑ, εντάσσονται αυτόματα στην ίδια ασφαλιστική κατηγορία που είχαν επιλέξει την προηγούμενη χρονιά.
Καθώς η επιλογή κατηγορίας επηρεάζει καθοριστικά το ύψος της σύνταξης που θα λάβουν οι μη μισθωτοί όταν συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, αντιλαμβάνεται κανείς πως η απόφασή τους δεν θα πρέπει να λαμβάνεται αβίαστα, αλλά να ισορροπεί το παρόν (τη δυνατότητα καταβολής των ποσών που αντιστοιχούν στις εισφορές) με το μέλλον (το ύψος της μελλοντικής σύνταξης).
Σύμφωνα με τον δικηγόρο – εργατολόγο Δημήτρη Μπούρλο, είναι λάθος, επιθυμώντας να οδηγηθούμε σε υψηλότερη σύνταξη, να επιλέγουμε υψηλή ασφαλιστική κατηγορία χωρίς αντίστοιχη οικονομική δυνατότητα, γιατί κάτι τέτοιο θα καταλήξει σε σώρευση οφειλών.
Φθηνές εισφορές οδηγούν σε χαμηλές συντάξεις
Η «παγίδα» των χαμηλών συντάξεων με το δέλεαρ των φθηνών εισφορών ξεκίνησε με το νόμο Κατρούγκαλου το 2016 και συνεχίστηκε το 2020 όταν το σύστημα άλλαξε σε σταθερές ασφαλιστικές κλίμακες. Οι περισσότεροι εντάχθηκαν στην 1η κατηγορία και παραμένουν ως σήμερα κλείνοντας ήδη μια 10ετία με πολύ χαμηλές εισφορές.
Η απόφασή τους αυτή τους οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε χαμηλές συντάξεις που φτάνουν τα 890 ευρώ (μεικτά) σε σημερινές τιμές, ακόμη και με 40 έτη ασφάλισης. Και αυτό διότι όσο πιο πολλά χρόνια μένει κανείς σε χαμηλό ασφάλιστρο, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να ανεβάσει τη σύνταξή του στο μέλλον.
Ακόμη και στην περίπτωση που αποφασίσει κάποιος ασφαλισμένος να πληρώσει υψηλότερη εισφορά λίγο πριν συνταξιοδοτηθεί, η ζημιά δεν αποκαθίσταται, ενώ η διαφορά που προκύπτει στη σύνταξη είναι μικρή.
Όπως αναφέρει ο κ. Μπούρλος, η υψηλή ασφαλιστική κατηγορία, πέραν της επιβάρυνσης αντίστοιχα με υψηλότερο πόρο, έχει περιορισμένη ανταπόδοση, όταν ο απασχολούμενος συνταξιούχος διακόψει την απασχόληση και ζητήσει την προσαύξηση της σύνταξης με τον χρόνο ασφάλισης μετά τη συνταξιοδότηση. Πέραν αυτού, ο μη ανταποδοτικός πόρος δεν έχει καμία απολύτως ανταπόδοση στη σύνταξη.
Η σύνταξη υπολογίζεται με τον μέσο όρο των εισφορών (που μετατρέπονται σε αποδοχές) από το 2002 μέχρι τη συνταξιοδότηση. Όταν, επομένως, ο υπολειπόμενος για συνταξιοδότηση χρόνος ασφάλισης είναι περιορισμένος, η αλλαγή (υψηλότερη ή χαμηλότερη ασφαλιστική κατηγορία) πολύ λίγο επηρεάζει το ύψος της σύνταξης.
Στον πίνακα που ακολουθεί γίνεται αντιστοίχιση της εισφοράς κλάδου σύνταξης, με τις συντάξιμες αποδοχές ενός μισθωτού (χωρίς υπολογισμό δώρων κ.λπ.). Όπως φαίνεται, ένας ασφαλισμένος μη μισθωτός που ασφαλίζεται στην 1η ασφαλιστική κατηγορία είναι σαν έναν ασφαλισμένο μισθωτό που λαμβάνει μεικτές αποδοχές 903 ευρώ τον μήνα, ενώ ένας μη μισθωτός που ασφαλίζεται στην 6η ασφαλιστική κατηγορία αντιστοιχεί με έναν μισθωτό με μηνιαίες μεικτές αποδοχές 2.912,5 ευρώ.
Ο πρώτος ασφαλισμένος, με 40ετία, θα λάβει σύνταξη της τάξης των 890 ευρώ (μεικτά), ενώ εκείνος που ασφαλίζεται στην 6η και ακριβότερη κατηγορία θα λάβει 1.895 ευρώ (με συμπληρωμένα 40 έτη ασφάλισης).


Πως επιδρά η αύξηση των εισφορών την τελευταία 5ετία
Ένα ερώτημα που συχνά τίθεται, σύμφωνα με τον κ. Μπούρλο, είναι το πως επηρεάζεται η σύνταξη, αν κάποιος αλλάξει κατηγορία μια πενταετία πριν την συνταξιοδότησή του.
«Τα πέντε χρόνια μπορεί να είναι είτε με πραγματική ασφάλιση είτε με εξαγορά πλασματικών ετών. Η αλλαγή (μείωση) κατηγορίας πριν την εξαγορά πλασματικών είναι σύνηθες φαινόμενο, προκειμένου να περιορισθεί το κόστος των πλασματικών» αναφέρει.
Για παράδειγμα ασφαλισμένος του ΟΑΕΕ (ΤΕΒΕ) ο οποίος έχει ήδη ασφαλιστεί για 35 έτη (1/91 - 12/25) και θέλει να συνεχίσει για 5 έτη ακόμη, ώστε να συνταξιοδοτηθεί με 40 έτη ασφάλισης. Υποθετικά λαμβάνουμε υπόψη ότι έχουν καταβληθεί εισφορές για το διάστημα 2002 έως 31-12-2016 σε υποχρεωτικές Α.Κ. και ελάχιστη εισφορά βάσει εισοδήματος για τα έτη 2017-2019 και στην 1η Α.Κ. από 2020 έως 2025.
Αν προστεθούν 5 έτη επιπλέον από 1-1-2026 στην 1η, 3η ή 6η κατηγορία, το ποσό σύνταξης διαμορφώνεται ως κάτωθι:
- 1η ασφαλιστική κατηγορία: Σύνταξη 1.089,40 ευρώ
- 3η ασφαλιστική κατηγορία: Σύνταξη 1.130 ευρώ
- 6η ασφαλιστική κατηγορία: Σύνταξη 1.187,00 ευρώ.
Πότε δεν συμφέρουν οι υψηλές κατηγορίες ασφάλισης
Αξίζει να σημειωθεί πως όσο αυξάνεται η ασφαλιστική κατηγορία, τόσο μειώνεται ο συντελεστής αναπλήρωσης κι αυτό συμβαίνει λόγω της εθνικής σύνταξης, η οποία ουσιαστικά προστατεύει αυτούς με τα χαμηλότερα εισοδήματα.
Συνεπώς, ασφαλισμένος που θα ασφαλιστεί στον e-ΕΦΚΑ στην 1η ασφαλιστική κατηγορία για 40 έτη ασφάλισης θα λάβει σύνταξη 890 ευρώ, σημαντικά υψηλότερη απ’ ό,τι αν αποταμίευε τα ίδια μηνιαία ποσά σε ένα αποταμιευτικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της 2ης, 3ης και 4ης ασφαλιστικής κατηγορίας.
Για την 5η και 6η ασφαλιστική κατηγορία συμφέρει η ιδιωτική αποταμίευση, καθώς με βάση το αναλογιστικό ισοδύναμο ο ασφαλισμένος θα έχει ίδια ή και μεγαλύτερα ποσά σύνταξης με ένα αποταμιευτικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα.
Αξίζει να σημειωθεί πως 6 στους 10 Έλληνες εξακολουθούν να μην εμπιστεύονται την συνταξιοδοτική αποταμίευση, παρότι το 76% εμφανίζεται θετικά διακείμενο.
Από όσους αποταμιεύουν, το 29% ξεκίνησε μετά από συζήτηση με διαμεσολαβητή, το 30% μετά από συζήτηση με φίλο ή μέσω social media (έναντι 21% ΕΕ), ενώ το 19% εντάχθηκε σε ομαδικό πρόγραμμα που του παρείχε ο εργοδότης.
Το 49% των Ελλήνων δηλώνει ότι προτιμά καταβολή με τη μορφή σύνταξης και το 27% εφάπαξ καταβολή του ποσού που έχει συγκεντρωθεί. Ωστόσο, όταν κλήθηκαν να απαντήσουν για το εάν προτιμούν να λάβουν ένα εφάπαξ ποσό 50.000 ευρώ κατά τη συνταξιοδότηση ή 2.500 ευρώ κάθε χρόνο για το υπόλοιπο της ζωής τους, το 62% απάντησε υπέρ του εφάπαξ και το 38% υπέρ του ετήσιου ποσού.