«Χρειαζόμαστε πλεονάσματα για να μειώσουμε το χρέος. Η μεγαλύτερη επιτυχία της οικονομικής πολιτικής αυτής της κυβέρνησης είναι η μείωση του χρέους κατά 60 ποσοστιαίες μονάδες. Εσείς θα θέλατε να κληρονομήσουν τα παιδιά σας τα δικά σας χρέη; Έτσι κι εμείς δεν μπορούμε ως χώρα να κληροδοτήσουμε στην επόμενη γενιά ένα δυσθεώρητο χρέος» ανέφερε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης σε συνέντευξη στο «Ενώπιος Ενωπίω» του ΑΝΤ1 και επανέλαβε πως οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027.
«Όχι ο πληθωρισμός αλλά η συσσωρευμένη ακρίβεια μετά την πανδημία, η συνολική αύξηση των τιμών από το 2021 και μετά είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει όχι μόνο η ελληνική αλλά όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και είναι ένα πρόβλημα το οποίο πιέζει πραγματικά πολλά ελληνικά νοικοκυριά» ανέφερε και πρόσθεσε ότι έχει πλήρη αίσθηση για το ότι υπάρχει ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας το οποίο τα βγάζει πέρα δύσκολα.
«Άρα ξεκινάμε με τη διαπίστωση ότι αυτό είναι πράγματι ένα μεγάλο πρόβλημα». Υπογραμμίζοντας την παγκόσμια διάσταση του ζητήματος του αυξημένου πληθωρισμού, επεσήμανε ότι η άνοδος του πληθωρισμού οφείλεται στα καύσιμα, κάτι που αποδεικνύεται από τα στοιχεία και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Το ότι για μας το πρόβλημα είναι λίγο μεγαλύτερο έχει να κάνει με το ότι «εμείς ιστορικά έχουμε φόρους στα καύσιμα γιατί τα καύσιμα υπήρξαν επί όλων των κυβερνήσεων ένας σημαντικός αιμοδότης του Κράτους».

Στο σημείο αυτό επανέλαβε ότι αυτή η κυβέρνηση έχει κάνει αρκετά, ίσως όχι όσα θα ήθελε αλλά σίγουρα όσα μπορεί για τη στήριξη της κοινωνίας κι έκανε αναφορά στη φορολογική μεταρρύθμιση και το πώς έχει επηρεάσει την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών. «Προφανώς ένα μεγάλο κομμάτι των αυξήσεων εξουδετερώνονται από τον πληθωρισμό αλλά πρέπει να είμαστε και ρεαλιστές ως προς το τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να κάνουμε» δήλωσε.
«Εγώ δεν πρόκειται ποτέ να κοροϊδέψω τους Έλληνες πολίτες ούτε να θέσω σε αμφισβήτηση τη δημοσιονομική σταθερότητα. Έχουμε στόχους από την Ευρώπη και είναι πάρα πολύ συγκεκριμένοι», σημείωσε τονίζοντας ότι δεν μπορεί η χώρα μας να ξεφύγει γιατί θα μπει σε καθεστώς επιτήρησης. «Εγώ αυτό δεν πρόκειται να το επιτρέψω». Επανήλθε δε ζητώντας από όσους ζητούν μείωση του φόρου στα καύσιμα να του πουν ποιον άλλο φόρο πρέπει να αυξήσει για να καλυφθεί το κενό που θα δημιουργηθεί.
«Για τον ΦΠΑ επιμένω ότι είναι λάθος μέτρο γιατί όσες φορές το δοκίμασαν, συμπεριλαμβανομένης της Ισπανίας, το πήραν πίσω», τόνισε. Αναφέρθηκε στο σημείο αυτό στη φράση του Ανδρέα Παπανδρέου το 1994 ότι «ή θα πολεμήσουμε το χρέος ή το χρέος θα μας καταπιεί. Μας κατάπιε μία φορά το χρέος» το οποίο ήταν προϊόν μίας ελλειμματικής πολιτικής.
Διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση αυτή θα συνεχίσει να παράγει πλεονάσματα αλλά δεν επέλεξε πολιτική επιδομάτων αλλά πολιτική μείωσης φόρων αλλά αν συζητάμε για επιδόματα τέκνων, αναπηρίας, στήριξης των πιο αδύναμων συμπολιτών μας, «αυτά τα επιδόματα θα διατηρηθούν και θα ενισχυθούν», σχολίασε. Ο πρωθυπουργός τόνισε ότι δεν θέλει να επεκταθεί γιατί σέβεται τους δύο πρώην πρωθυπουργούς επεσήμανε όμως ότι μέχρι το 2023 δεν θυμάται να είχε ασκηθεί στην κυβέρνηση κάποια ανάλογη κριτική.
Ο πρωθυπουργός απέκλεισε το ενδεχόμενο επαναφοράς του 13ου μισθού στο Δημόσιο, υποστηρίζοντας ότι ένα σημαντικό μέρος των σχετικών διεκδικήσεων έχει ήδη καλυφθεί μέσω των αυξήσεων που έχει δρομολογήσει η κυβέρνηση. Ανέφερε ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι ως ενιαία κατηγορία, επισημαίνοντας ότι γιατροί, ένστολοι και άλλες επαγγελματικές ομάδες έχουν λάβει στοχευμένες αυξήσεις και πρόσθετες παροχές.
Γιατί μία τρίτη τετραετία ΝΔ;
Στη συνέχεια τόνισε ότι η μεγάλη προτεραιότητα εφόσον οι πολίτες εμπιστευτούν την κυβέρνηση για μία ενδεχόμενη τρίτη τετραετία πρέπει να είναι «στο πώς η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών θα αποτυπωθεί με πιο ουσιαστικό τρόπο στην τσέπη του νοικοκυριού». Εξήγησε ότι εάν δεν είχαμε το πρόβλημα του συσσωρευμένου πληθωρισμού αυτό θα το βλέπαμε πολύ πιο έντονα.
Είπε επίσης ότι όπου υπάρχουν στρεβλώσεις γίνεται προσπάθεια να διορθώνονται. «Τις επόμενες μέρες θα ανακοινώσουμε τη μετεξέλιξη του e-καταναλωτή, μια πλατφόρμα που θα επιτρέπει στον πολίτη ανά πάσα στιγμή να συγκρίνει τιμές». Συμπλήρωσε ότι «τα πρόστιμα είναι χρήσιμα και η νομοθέτηση είναι χρήσιμη για το περιθώριο κέρδους. Αλλά τι θα ήθελα εγώ; Και γι' αυτό αγωνίζομαι» δήλωσε.
«Πιστεύω ότι πρέπει να καθίσουμε όλοι στο τραπέζι και ήδη δουλεύουμε σε αυτό -και ποιοι είναι όλοι, εννοώ η κυβέρνηση, η βιομηχανία, οι παραγωγοί, τα σούπερ μάρκετ-, και να πούμε, χρειαζόμαστε μία καινούργια συμφωνία κοινωνικής ευθύνης σε μια εποχή που η ελληνική κοινωνία δοκιμάζεται. Γιατί εμείς είμαστε διατεθειμένοι να πάρουμε πίσω κάποια από τα αυστηρά παρεμβατικά μέτρα, υπό την προϋπόθεση ότι θα μειώσετε τιμές» εξήγησε.
«Εφόσον, λοιπόν, αυτό είναι κάτι το οποίο μπορεί να επιτευχθεί, νομίζω ότι αυτό τελικά θα είναι προς όφελος του καταναλωτή αλλά και της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Πιστεύω ότι θα καταλήξουμε σε μια τέτοια λύση. Αλλά, ξέρετε, χρειάζεται όχι μόνο το καρότο, χρειάζεται ενίοτε και το μαστίγιο. Και έχουμε αποδείξει ότι όπου χρειάζεται οι ελεγκτικοί μηχανισμοί μπορούν να παρέμβουν και όπου χρειάζεται να επιβάλλουν τα πρόστιμα τα οποία ορίζει η νομοθεσία» αποσαφήνισε.
Αναφορικά με τη ΔΕΘ και το τι μπορούμε να περιμένουμε ο πρωθυπουργός τόνισε: «Καταρχάς, να πούμε ότι είμαστε σε θέση ως χώρα να μπορούμε να πηγαίνουμε στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και να εξαγγέλλουμε ένα πρόγραμμα στήριξης της κοινωνίας, διότι οι πιο πολλές ευρωπαϊκές χώρες σήμερα είναι σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος. Ξέρετε, γίνονται πολλές αναφορές στη Βουλγαρία, συγκρίσεις τελείως άδικες και ανυπόστατες. Βουλγαρία και Ρουμανία σήμερα έχουν ελλείμματα της τάξης του 7% και του 9%. Άρα, την επόμενη μέρα σάς διαβεβαιώνω ότι οι κυβερνήσεις αυτών των χωρών δεν θα παρέχουν στήριξη στους πολίτες, θα κόβουν μισθούς και θα αυξάνουν φόρους».
Και πρόσθεσε: «Την πρώτη τετραετία οι επιχειρήσεις βοηθήθηκαν πολύ: η φορολογία εισοδήματος μειώθηκε, οι εργοδοτικές εισφορές μειώθηκαν, η φορολογία μερισμάτων κατέβηκε σημαντικά, ήταν πολλά τα επενδυτικά κίνητρα. Στη δεύτερη τετραετία στρέψαμε πολύ περισσότερο, μέχρι στιγμής, την προσοχή μας στους μισθωτούς και σε έναν βαθμό και στους ελεύθερους επαγγελματίες. Αλλά, ακούω αυτό το οποίο λέτε. Επεξεργαζόμαστε αυτή τη στιγμή το πλαίσιο της παρέμβασης στη ΔΕΘ. Δεν ξέρουμε ακόμα πόσο χώρο θα έχουμε στη διάθεσή μας. Αυτό θα προσδιοριστεί σε περίπου έναν με δύο μήνες από τώρα».
Ελληνοτουρκικά
Σχετικά με την επιλογή για τα ήρεμα νερά στα ελληνοτουρκικά, ο πρωθυπουργός απαντώντας σε σχετική ερώτηση ανέφερε: «Ξέρετε κάποιον πρωθυπουργό ο οποίος να επιδιώκει συνειδητά ταραγμένα νερά. Εγώ δεν τον γνωρίζω και αν το επεδίωκε θα έκανε λάθος. Προφανώς και επιζητούμε οι σχέσεις μας με την Τουρκία να είναι όσο το δυνατόν πιο λειτουργικές. Το ερώτημα δεν είναι αν θέλουμε ή δεν θέλουμε ήρεμα νερά, είναι αν είμαστε έτοιμοι να διαχειριστούμε και φουρτούνες».
«Θα σας έλεγα ότι ο καλός καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται και είχαμε αρκετές φουρτούνες να διαχειριστούμε πριν από τη Διακήρυξη των Αθηνών» σημείωσε και θέλησε να υπενθυμίσει, όπως είπε, τις συνολικές ενέργειες της Ελλάδας και της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια. Μίλησε για ζητήματα που συζητιούνταν, αλλά μόνο αυτή η κυβέρνηση τόλμησε να τα υλοποιήσει: επέκταση χωρικών υδάτων στο Ιόνιο στα 12 μίλια, ΑΟΖ με την Ιταλία και την Αίγυπτο, Εθνικός Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός, θαλάσσια πάρκα, εξορύξεις για πρώτη φορά μετά από 40 χρόνια, σημαντική ενίσχυση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων… «Άρα, πείτε μου πού ακριβώς υποχώρησε η Ελλάδα από πάγιες θέσεις εξωτερικής πολιτικής ως αποτέλεσμα της Διακήρυξης των Αθηνών;»
Μίλησε για πρωτοβουλίες που υπηρετούν στην πράξη τα ελληνικά συμφέροντα και που ενδεχομένως να προκαλέσουν μία αντίδραση από την Τουρκία. «Για πρώτη φορά, η Ελλάδα θέτει την ατζέντα και η Τουρκία σε έναν βαθμό αντιδρά», είπε και προσέθεσε και τα οφέλη από τα πολυσυζητημένα ήρεμα νερά για τον τουρισμό στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, καλή συνεργασία στα ζητήματα της μετανάστευσης, μέχρι και πρόσφατα ουσιαστικά μηδενική δραστηριότητα της Τουρκικής Αεροπορίας για δύο χρόνια, κάτι που δεν είχαμε ποτέ στο παρελθόν.
Συμπλήρωσε ότι μια μονομερής ενέργεια εσωτερικού δικαίου προφανώς δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα με βάση το διεθνές δίκαιο. Για τις αιτιάσεις των δύο πρώην πρωθυπουργών, είπε ότι και οι δύο έχουν διαχειριστεί την Τουρκία και γνωρίζουμε τη συνθετότητα αυτής της σχέσης. Είπε ότι και οι δύο είχαν συναντηθεί με τον κ. Ερντογάν και επεδίωκαν και εκείνοι να έχουμε μία λειτουργική σχέση με την Τουρκία.
«Η Ελλάδα όταν έπρεπε να πράξει το καθήκον της στο SAFE, το έπραξε και η Τουρκία δεν μπήκε» παρόλο που πολλοί προέβλεπαν ότι η χώρα μας δεν θα κατάφερνε να εμποδίσει την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. «Είμαι ο μόνος Έλληνας πρωθυπουργός που πήγε στην Άγκυρα και έθεσε ευθέως - με ευγένεια αλλά και χωρίς να υποχωρώ από τις ελληνικές θέσεις - το ζήτημα του casus belli». «Θεωρώ ότι η κριτική τους στο συγκεκριμένο θέμα είναι άδικη», είπε για την κριτική που δέχεται από τους δύο πρώην πρωθυπουργούς.
Η Ελλάδα καταγράφει συνεχή πρόοδο για το κράτος δικαίου
Επισήμανε ότι «δυσκολεύομαι να δεχτώ ότι ο μισθός του Μητροπολίτη, που διοικεί μια μεγάλη Μητρόπολη, θα είναι σημαντικά χαμηλότερος από τον μισθό του Μουφτή», ενώ πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση έκρινε πως είχε έρθει η στιγμή να ικανοποιήσει το αίτημα αυτό. Παράλληλα, υπενθύμισε ότι η κυβέρνηση είχε προηγουμένως ρυθμίσει το ζήτημα των οργανικών θέσεων των ιερέων, ικανοποιώντας ένα αίτημα δεκαετιών.
Για το κράτος δικαίου, ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η Ελλάδα καταγράφει συνεχή πρόοδο, επικαλούμενος τις ετήσιες εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ανέφερε ότι η χώρα λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις ευρωπαϊκές συστάσεις και προχωρά σε διορθωτικές παρεμβάσεις, φέρνοντας ως παράδειγμα τη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Όπως είπε, η κυβέρνηση προχώρησε σε αλλαγές ώστε οι ίδιοι οι δικαστές να έχουν λόγο στην επιλογή των προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη αυτή «σημαντική πρόοδο στη σωστή κατεύθυνση».
Ο κ. Μητσοτάκης απέρριψε επίσης τις αιτιάσεις περί περιορισμού της ελευθερίας του Τύπου, σημειώνοντας ότι διεθνείς οργανισμοί και μέσα ενημέρωσης αναγνωρίζουν τη βελτίωση της κατάστασης στην Ελλάδα. Τόνισε ότι η κυβέρνηση κατήργησε την απλή δυσφήμιση και προστάτευσε το δημοσιογραφικό επάγγελμα, ενώ παρατήρησε ότι η μεγάλη πλειονότητα των εφημερίδων ασκεί έντονη κριτική στην κυβέρνηση.
Σε ό,τι αφορά τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, αναγνώρισε ότι το βασικό πρόβλημα παραμένουν οι καθυστερήσεις στην απονομή της. Ανέφερε ότι μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης ήταν η αναμόρφωση του δικαστικού χάρτη, με τη συγχώνευση ειρηνοδικείων και πρωτοδικείων και τον διπλασιασμό των πρωτοδικών, γεγονός που -όπως είπε- έχει ήδη οδηγήσει σε σημαντική επιτάχυνση της εκδίκασης υποθέσεων. Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη καλύτερης εκπαίδευσης και αξιολόγησης των δικαστών, επαναλαμβάνοντας ότι δεν σχολιάζει ποτέ δικαστικές αποφάσεις.
Για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, παραδέχθηκε ότι υπήρξε σημαντική καθυστέρηση στην αντιμετώπιση των προβλημάτων, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «προσπαθήσαμε να διορθώσουμε το σύστημα εκ των έσω και δεν τα καταφέραμε». Ανέλαβε το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί και υπερασπίστηκε την απόφαση κατάργησης του ΟΠΕΚΕΠΕ και μεταφοράς των αρμοδιοτήτων του στην ΑΑΔΕ, υποστηρίζοντας ότι μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί πλήρης διαφάνεια στις αγροτικές επιδοτήσεις. Χαρακτήρισε τη συγκεκριμένη παρέμβαση ως «την πιο δύσκολη μεταρρύθμιση» των επτά ετών διακυβέρνησής του και εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι πρόκειται για τη σωστή επιλογή.
Σχετικά με τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τόνισε ότι η κυβέρνηση δεν εμπόδισε καμία διαδικασία, υπενθυμίζοντας ότι δόθηκε άμεσα η συγκατάθεση για την άρση ασυλίας βουλευτών όταν ζητήθηκε. Υποστήριξε ότι ο τελικός απολογισμός θα γίνει όταν ολοκληρωθούν οι έρευνες και εξέφρασε αμφιβολίες για το κατά πόσο ορισμένες υποθέσεις έχουν την πολιτική διάσταση που τους αποδίδεται. Αναφερόμενος στην Ευρωπαία Εισαγγελέα, σημείωσε ότι η αξιολόγηση κάθε εισαγγελέα γίνεται από τα αποτελέσματα των υποθέσεων που φθάνουν σε καταδίκες και όχι απλώς από την αποστολή φακέλων στα δικαστήρια. «Αν με ρωτάτε, ναι, εύχομαι να έχει κάνει λάθος, αλλά δεν μπορώ να το πω. Γιατί οι υποθέσεις αυτές θα κριθούν από τη Δικαιοσύνη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Εκλογές την άνοιξη του 2027 και όχι νωρίτερα - Οι κυβερνήσεις οφείλουν να εξαντλούν τον εκλογικό τους κύκλο
Aναφερόμενος στην υπόθεση των Τεμπών, υποστήριξε ότι η κυβέρνηση δεν προστάτευσε τον Κώστα Καραμανλή, επισημαίνοντας ότι για πρώτη φορά κυβερνητική πλειοψηφία παρέπεμψε υπουργό της στο Δικαστικό Συμβούλιο. Τόνισε ότι η υπόθεση βρίσκεται πλέον στη Δικαιοσύνη, με δεκάδες κατηγορούμενους, και ότι μόνο τα δικαστήρια μπορούν να αποδώσουν ευθύνες.
Εστίασε ιδιαίτερα στα γεγονότα μετά το δυστύχημα, κάνοντας λόγο για έναν «μεγάλο αστικό μύθο» γύρω από το ξυλόλιο και για μια οργανωμένη προσπάθεια συκοφάντησης της κυβέρνησης και του ίδιου προσωπικά μέσω κατηγοριών περί συγκάλυψης. Χαρακτήρισε τις κατηγορίες για «μπάζωμα» ως τη μεγαλύτερη αθλιότητα που έχει ακούσει στην πολιτική του πορεία, ενώ για τις καθυστερήσεις της σύμβασης 717 υποστήριξε ότι η ύπαρξη διοικητικών καθυστερήσεων δεν συνεπάγεται αυτομάτως ποινικές ευθύνες. Ως παράδειγμα ανέφερε την Πατρών-Πύργου, υποστηρίζοντας ότι η καθυστέρηση έργων δεν μπορεί να οδηγεί αυτομάτως σε ποινική δίωξη υπουργών.
Για την υπόθεση των υποκλοπών και του Predator επανέλαβε ότι έχει ήδη αναγνωρίσει δυσλειτουργίες, ότι υπήρξαν αλλαγές στην ΕΥΠ και αποχωρήσεις προσώπων από θέσεις ευθύνης, ενώ σημείωσε ότι η υπόθεση βρίσκεται στη Δικαιοσύνη και δεν επιθυμεί να σχολιάσει περαιτέρω. Παράλληλα υπογράμμισε τον σημαντικό ρόλο που, κατά την άποψή του, έχει διαδραματίσει η ΕΥΠ στη διαχείριση κρίσιμων ζητημάτων εθνικής ασφάλειας.
Σχετικά με τον χρόνο των εκλογών, δήλωσε κατηγορηματικά ότι θα πραγματοποιηθούν την άνοιξη του 2027 και όχι νωρίτερα. Εξήγησε ότι η χώρα αναλαμβάνει την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 1η Ιουλίου 2027 και συνεπώς οι εκλογές πρέπει να έχουν προηγηθεί. Υποστήριξε ότι οι κυβερνήσεις οφείλουν να εξαντλούν τον εκλογικό τους κύκλο και εξέφρασε προβληματισμό για το επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης, αναφέροντας ως παράδειγμα τη στάση των κομμάτων στη διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης.
Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο επιστροφής του Αλέξη Τσίπρα μέσω νέου πολιτικού φορέα, απέφυγε να τοποθετηθεί επί προσώπων, σημειώνοντας ότι αυτό δεν είναι ζήτημα που μπορεί να επηρεάσει. Ωστόσο, άσκησε έντονη κριτική στη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αναφερόμενος σε αστοχίες, αλαζονεία και εξαπάτηση των πολιτών. Απέρριψε επίσης τους χαρακτηρισμούς συνεργατών του κ. Τσίπρα περί «πιο έντιμου πρωθυπουργού της μεταπολίτευσης», επικαλούμενος μεταξύ άλλων ζητήματα όπως η κατάτμηση του έργου Πατρών-Πύργου και αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα λίγο πριν τις εκλογές του 2019.
Για το νέο κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού αναγνώρισε ότι διαθέτει σημαντικό κοινωνικό και συναισθηματικό κεφάλαιο λόγω της προσωπικής της διαδρομής, όμως εξέφρασε αμφιβολίες κατά πόσο αυτό μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική επιρροή. Υποστήριξε ότι μέχρι στιγμής δεν έχει πειστεί πως διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις για να σταθεί ως πολιτική αρχηγός, τονίζοντας ότι η τελική κρίση ανήκει στους πολίτες.
Αναφερόμενος στον Αντώνη Σαμαρά, δήλωσε ότι δεν θεωρεί πως ήταν λάθος η διαγραφή του από τη Νέα Δημοκρατία, ιδιαίτερα μετά από προσωπικές επιθέσεις που, όπως είπε, δέχθηκε. Παράλληλα αναγνώρισε ότι ο κ. Σαμαράς υπήρξε καλός πρωθυπουργός και εξέφρασε την πεποίθηση ότι δεν θα προχωρήσει σε κινήσεις που θα βλάψουν την παράταξη. Υπογράμμισε όμως ότι οι διαφορές τους στην εξωτερική πολιτική είναι ουσιαστικές και δύσκολα γεφυρώσιμες.
Για τον Κώστα Καραμανλή ανέφερε ότι αντιμετωπίζει με σεβασμό όλους τους πρώην αρχηγούς της Νέας Δημοκρατίας, ανεξάρτητα από επιμέρους διαφωνίες, και ότι η στάση του απέναντί τους παραμένει θεσμική και αξιοπρεπής. Στο ζήτημα των επόμενων εκλογών επανέλαβε ότι στόχος της Νέας Δημοκρατίας είναι η αυτοδυναμία και ότι η χώρα χρειάζεται σταθερή κυβέρνηση χωρίς πολύπλοκες διαπραγματεύσεις συνεργασίας. Υποστήριξε ότι, με βάση τις σημερινές τοποθετήσεις των κομμάτων, δεν διαφαίνεται δυνατότητα συνεργασιών, καθώς όλοι έχουν αποκλείσει τη συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία. Απέκλεισε επίσης συνεργασίες με κόμματα που βρίσκονται δεξιότερα της ΝΔ. Τόνισε ότι σέβεται τη λαϊκή ετυμηγορία, αλλά προειδοποίησε πως η έλλειψη διάθεσης συνεννόησης από τα άλλα κόμματα καθιστά δύσκολη τη συγκρότηση κυβερνήσεων συνεργασίας.
Απαντώντας σε σενάρια που θέλουν τη Νέα Δημοκρατία να συμμετέχει σε κυβέρνηση συνεργασίας χωρίς τον ίδιο πρωθυπουργό, τα απέρριψε κατηγορηματικά. Υποστήριξε ότι οι πολίτες επιλέγουν όχι μόνο κόμμα αλλά και πρωθυπουργό και ότι σε ένα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα η ηγεσία του πρώτου κόμματος συνδέεται άμεσα με τη διακυβέρνηση της χώρας.
Αναφερόμενος στους νέους, παραδέχθηκε ότι αντιμετωπίζουν έναν πιο αβέβαιο κόσμο σε σχέση με προηγούμενες γενιές, λόγω πολέμων, γεωπολιτικών ανακατατάξεων, τεχνητής νοημοσύνης και κλιματικής κρίσης. Υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έχει δώσει έμφαση στη δημιουργία θέσεων εργασίας, στη φορολογική ελάφρυνση των νέων και στις πολιτικές για τη στέγαση, ενώ αναγνώρισε ότι η πρόσβαση σε προσιτή κατοικία παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα.
Για την πολιτική τοξικότητα εξέφρασε την ανησυχία του για την ένταση των προσωπικών επιθέσεων και τη χρήση χαρακτηρισμών όπως «κλέφτες», «ψεύτες» και «δολοφόνοι». Δήλωσε ότι επιδιώκει να επικεντρώνει τον δημόσιο διάλογο στο κυβερνητικό έργο και στις προγραμματικές δεσμεύσεις της κυβέρνησης, αν και αμφιβάλλει αν αυτό θα συμβεί συνολικά στο πολιτικό σύστημα.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις προκλήσεις που δημιουργεί η τεχνητή νοημοσύνη για τη δημοκρατία και τις εκλογικές διαδικασίες. Προειδοποίησε ότι στο μέλλον ψεύτικα βίντεο και ψηφιακά ομοιώματα πολιτικών προσώπων θα μπορούν να επηρεάζουν την κοινή γνώμη και υποστήριξε ότι απαιτείται τόσο αυστηρή σήμανση του περιεχομένου που παράγεται από τεχνητή νοημοσύνη όσο και καλύτερη εκπαίδευση των πολιτών. Επισήμανε ακόμη ότι έχει διαπιστωθεί δραστηριότητα οργανωμένων λογαριασμών από το εξωτερικό που επιχειρούν να ενισχύσουν ή να εκμεταλλευτούν κοινωνικές εντάσεις.
Κλείνοντας, εξήγησε γιατί ζητά μια τρίτη κυβερνητική θητεία, παρά το γεγονός ότι θα έχει ήδη συμπληρώσει σχεδόν οκτώ χρόνια στην εξουσία. Δήλωσε ότι δεν θεωρεί την πολιτική ισόβια ενασχόληση και ότι υπάρχει ζωή και εκτός πολιτικής, αλλά εκτίμησε πως η περίοδος έως το 2030 θα είναι καθοριστική για τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο. Υποστήριξε ότι διαθέτει πλέον μεγαλύτερη εμπειρία, γνώση και διεθνή αναγνώριση ώστε να καθοδηγήσει τη χώρα σε αυτή τη φάση, ενώ ξεκαθάρισε ότι, εφόσον εκλεγεί για τρίτη θητεία, δεν θα διεκδικήσει τέταρτη. Παράλληλα τόνισε ότι βασική του επιδίωξη είναι να διασφαλίσει πως οι δημοσιονομικές και θεσμικές κατακτήσεις των τελευταίων ετών δεν θα ανατραπούν στο μέλλον.



