Ήταν ένας γνώριμος αντιπερισπασμός. Η απόπειρα επίθεσης κατά τη διάρκεια ενός δημοσιογραφικού γκαλά στην Ουάσινγκτον, στις 25 Απριλίου, ενεργοποίησε ένα προβλέψιμο μοτίβο αντίδρασης στον Λευκό Οίκο: πρώτα μια επιφανειακή επίκληση στην εθνική ενότητα από τον Ντόναλντ Τραμπ και, σχεδόν αμέσως μετά, μια καταιγίδα επιθέσεων κατά της αντιπολίτευσης και των μέσων ενημέρωσης.
«Κανείς τα τελευταία χρόνια δεν έχει δεχθεί περισσότερες σφαίρες και περισσότερη βία από τον πρόεδρο Τραμπ», δήλωσε στις 27 Απριλίου η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, αποδίδοντας την ευθύνη σε μια δήθεν «συστημική δαιμονοποίηση» από Δημοκρατικούς, σχολιαστές και δημοσιογράφους.
Για τον Τραμπ, η ευθύνη ανήκει πάντα στους άλλους. Στην πραγματικότητα, όμως, ο «διχαστής εν αρχή» των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες των δικών του επιλογών, του τρόπου με τον οποίο άσκησε την εξουσία και της πολιτικής του αλαζονείας, όπως περιγράφει ανάλυση της Le Monde.
- Διαβάστε ακόμα - ΗΠΑ: Σε έξι μήνες οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου - Κρίνουν το μέλλον του Τραμπ
Η εμμονή του με την κατασκευή μιας πολυτελούς αίθουσας χορού στον Λευκό Οίκο, κόστους 400 εκατομμυρίων δολαρίων, δεν είναι απλώς μια ιδιορρυθμία, είναι σύμπτωμα μιας ηγεσίας που απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από την πραγματικότητα. Το ίδιο αποκαλυπτικός ήταν και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε ερωτήσεις για τον πόλεμο με το Ιράν. Στις 23 Απριλίου, όταν ρωτήθηκε για τη διάρκεια της σύγκρουσης, απάντησε επιθετικά: «Είστε ντροπή. Ξέρετε τι είπα μόλις: Βιετνάμ. Πόσα χρόνια κράτησε το Βιετνάμ;»
Ατυχής σύγκριση
Ήταν μια εντυπωσιακή επιλογή. Για να αρνηθεί ότι ο Λευκός Οίκος έκανε στρατηγικά λάθη και να υποβαθμίσει την παγκόσμια ενεργειακή κρίση, ο Ντόναλντ Τραμπ επικαλέστηκε τον πόλεμο του Βιετνάμ, ένα από τα πιο αποτρεπτικά ιστορικά παραδείγματα, ηλικίας άνω των μισού αιώνα. Σύμφωνα με το Πεντάγωνο, ο πόλεμος των ΗΠΑ κατά του Ιράν έχει ήδη κοστίσει 25 δισ. δολάρια, ποσό που αρκετοί Δημοκρατικοί θεωρούν υποεκτιμημένο.

Ο πρόεδρος επιχείρησε να το υποβαθμίσει, σαν να επρόκειτο για μικρές ενοχλήσεις στην πορεία της «θριαμβευτικής» του πορείας. Συχνά αποκαλεί την αμερικανική παρουσία στο Ιράν «μικρή παρένθεση». Την 1η Μαΐου δήλωσε μάλιστα ότι οι «εχθροπραξίες» με το Ιράν έχουν «τερματιστεί», σε επιστολή προς το Κογκρέσο, προκειμένου να παρακάμψει τη νομική απαίτηση για έγκριση στρατιωτικής παρουσίας πέραν των 60 ημερών.
Το πολιτικό αφήγημα
Όμως η πραγματικότητα τον προλαβαίνει. Η πίεση αυξάνεται και η πολιτική του δυναμική δείχνει να φθίνει. Για μήνες, τίποτα δεν φαινόταν ικανό να ανακόψει την πορεία του: οι Ρεπουμπλικανοί είχαν ευθυγραμμιστεί, οι Δημοκρατικοί παρέμεναν κατακερματισμένοι και οι θεσμοί δοκιμάζονταν. Η εξωτερική πολιτική γινόταν ολοένα πιο επιθετική, από τους δασμούς μέχρι τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράν.
Ο Λευκός Οίκος αναδιαμόρφωσε το παγκόσμιο εμπόριο μέσω της δασμολογικής του πολιτικής και, τον Ιούνιο του 2025, εξαπέλυσε, μαζί με το Ισραήλ, επιθέσεις σε τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις. Μόνο το σκάνδαλο γύρω από τον Τζέφρι Έπσταϊν έμοιαζε να τον βαραίνει. Το αφήγημα του «America First» μετατράπηκε σταδιακά σε «America Alone», καθώς η χώρα αποξένωνε συμμάχους και γείτονες, μεθυσμένη από τη στρατιωτική της ισχύ, φτάνοντας ακόμη και στην απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο.
Σε πτώση η δημοτικότητά του
Από τις αρχές του 2026, η δυναμική αυτή αντιστράφηκε. Οι ΗΠΑ βυθίστηκαν στον πόλεμο με το Ιράν, ενώ η προσωρινή παύση των συγκρούσεων δεν έλυσε το χάος που προκάλεσαν 40 ημέρες βομβαρδισμών και ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ. Ο πόλεμος θεωρήθηκε από πολλούς Αμερικανούς όχι μόνο κακώς σχεδιασμένος και αδικαιολόγητος, αλλά και πολιτική απειλή.
- Διαβάστε ακόμα - Ολοταχώς προς εκλογική ήττα ο Ντοναλντ Τραμπ
Η εκτόξευση των τιμών της βενζίνης, σχεδόν 40% σε δύο μήνες, προκάλεσε έντονη λαϊκή δυσαρέσκεια. Σύμφωνα με δημοσκόπηση της AP-NORC (22 Απριλίου), η αποδοχή του Τραμπ μεταξύ των ανεξάρτητων ψηφοφόρων έπεσε στο 23%, ένδειξη αποσύνδεσης από το κέντρο που κρίνει εκλογές, ενώ ακόμη και μεταξύ των Ρεπουμπλικανών βρίσκεται στο 68%, υπονομεύοντας την εικόνα πολιτικής κυριαρχίας που ο ίδιος καλλιεργεί. Επιπλέον, για πρώτη φορά μετά από 17 χρόνια, οι Δημοκρατικοί προηγούνται σε θέματα οικονομίας, σύμφωνα με το Fox News. Το πολιτικό του αφήγημα αρχίζει να χάνει την επαφή του με την κοινωνική πραγματικότητα.
Θεσμικά εμπόδια
Παράλληλα, θεσμικά πλήγματα συσσωρεύονται. Τον Φεβρουάριο, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε το βασικό πυλώνα της οικονομικής πολιτικής του Τραμπ, τους παγκόσμιους «ανταποδοτικούς» δασμούς, κρίνοντας ότι υπερέβη την εξουσία του. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να δημιουργήσει πλατφόρμα επιστροφής δασμών προς επιχειρήσεις, με το συνολικό ποσό να φτάνει έως και τα 175 δισ. δολάρια, επιβαρύνοντας περαιτέρω το δημόσιο χρέος των 39 τρισ.

Παράλληλα, εγκαταλείφθηκε δικαστική έρευνα κατά του προέδρου της Fed, Τζερόμ Πάουελ, ώστε να επιβεβαιωθεί ο διάδοχός του από το Κογκρέσο. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε επίσης το θέμα της αυτόματης ιθαγένειας για παιδιά μεταναστών, με εμφανή σκεπτικισμό απέναντι στις θέσεις της κυβέρνησης.
Στο μέτωπο της μετανάστευσης, ο θάνατος δύο πολιτών στη Μινεάπολη από ομοσπονδιακούς πράκτορες προκάλεσε σοκ και ανέδειξε τη σκληρότητα των επιχειρήσεων, πλήττοντας την αξιοπιστία της κυβέρνησης. Έκτοτε, οι μαζικές απελάσεις έχουν επιβραδυνθεί.
Η μεγαλύτερη ανησυχία
Μπροστά σε αυτή τη φθορά, ο Λευκός Οίκος επιχειρεί να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού: αμφισβήτηση της πρόωρης ψήφου, αναδιανομή εκλογικών περιφερειών, θεσμικές παρεμβάσεις. Κινήσεις που εντείνουν την πόλωση και δοκιμάζουν τα όρια της δημοκρατικής διαδικασίας.
Κι όμως, ο ίδιος ο Τραμπ μοιάζει να κινείται σε μια δική του πραγματικότητα. Ενόψει των 80 του χρόνων, συνεχίζει να επενδύει στο προσωπικό του αφήγημα ισχύος και μεγαλείου - από μεγαλόπνοα έργα μέχρι ιδέες αυτοπροβολής που κάθε άλλα παρά δημοκρατική λογική θυμίζουν.
Αρνείται να αναγνωρίσει το πολιτικό του τέλος, ακόμη και όταν αυτό πλησιάζει. Μετά τις εκλογές, θα είναι ένας «κουτσός πρόεδρος», καταλήγει η γαλλική εφημερίδα. Και αν η ήττα έρθει, υπάρχει ο κίνδυνος να στραφεί ακόμη περισσότερο σε μονομερείς αποφάσεις, παρακάμπτοντας θεσμούς και ισορροπίες.
Άλλωστε, το έχει πει και ο ίδιος: «Το μόνο που μπορεί να με σταματήσει είναι η δική μου ηθική. Το μυαλό μου». Και αυτό ακριβώς είναι που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία.