Πώς ο Τραμπ και η Λεπέν μπορούν να οδηγήσουν σε μια «πυρηνική» Γερμανία

Δημήτρης Ζάντζας
Viber Whatsapp
Μοιράσου το
Πώς ο Τραμπ και η Λεπέν μπορούν να οδηγήσουν σε μια «πυρηνική» Γερμανία
Οι Γερμανοί δεν γνωρίζουν αν η Αμερική θα τους προστατέψει με το πυρηνικό της οπλοστάσιο, ενώ η άνοδος της γαλλικής ακροδεξιάς αποδυναμώνει την αξιοπιστία της γαλλοβρετανικής «ομπρέλας». Αν και ο πυρηνικός εξοπλισμός δεν είναι στις προτεραιότητες της Γερμανίας, ειδικοί εκτιμούν ότι θα μπορούσε να αποκτήσει τη δική της πυρηνική κεφαλή μέσα σε τρία έως πέντε χρόνια.

Το ενδεχόμενο να αναδυθεί μια νέα πυρηνική δύναμη στην Ευρώπη προκαλεί ανατριχίλα. Λίγο περισσότερο, ίσως, όταν πρόκειται για τη Γερμανία. Ωστόσο, είναι ένα ενδεχόμενο που αρχίζει να συζητείται και, ως τέτοιο, αξίζει να προσεγγιστεί με νηφαλιότητα.

Δύο μόλις ημέρες μετά τη σύλληψη του Μαδούρο από τις αμερικανικές δυνάμεις ο Konrad Schuller, πολιτικός συντάκτης της Frankfurter Allgemeine - ο οποίος έχει απήχηση όχι μόνο εντός της Γερμανίας, αλλά και στις Βρυξέλλες- σχολίαζε σε άρθρο του πως «οι Γερμανοί δεν γνωρίζουν πια αν η Αμερική θα τους προστατέψει σε περίπτωση επίθεσης από τη Ρωσία».

Ενώ λοιπόν πολλοί σχολιαστές εστιάζουν στο κατά πόσον οι ΗΠΑ στην περίπτωση της Βενεζουέλας παραβίασαν το διεθνές δίκαιο και, κατ’ επέκταση, στο αν χαμήλωσαν τον πήχη για παρόμοιες ενέργειες από άλλες μεγάλες δυνάμεις, όπως η Κίνα και η Ρωσία, την ίδια στιγμή η Ευρώπη (και άλλοι σύμμαχοι των ΗΠΑ) αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι είναι πολύ πιθανό να βρεθεί αντιμέτωπη με νέες, αυξημένες πιέσεις από την Ουάσιγκτον ώστε να ενισχύσει τις αμυντικές της δυνατότητες. Κι αυτό, διότι η σύλληψη του Μαδούρο ήρθε να καταδείξει ότι το νέο δόγμα ασφάλειας των ΗΠΑ, το οποίο διά χειρός Τραμπ υποβιβάζει στρατηγικά την Ευρώπη, παίρνει πολύ γρήγορα σάρκα και οστά.

Το γεγονός ότι ένα έντυπο όπως η Frankfurter Allgemeine στην κυριακάτικη έκδοσή της κυκλοφορεί με κεντρικό τίτλο «Χρειαζόμαστε τη Βόμβα;» και ανοίγει τη συζήτηση για το αν η Γερμανία χρειάζεται να αναπτύξει εγχώρια πυρηνικά οπλικά συστήματα, είναι απολύτως ενδεικτικό του πόσο βαθιά έχει μετατοπιστεί η συζήτηση γύρω από την παγκόσμια και περιφερειακή ασφάλεια.

Βάσιμες αμφιβολίες

Λίγο μετά την κοινή διακήρυξη Γαλλίας-Βρετανίας τον Ιούλιο του 2025 περί «συντονισμού» των μέσων πυρηνικής αποτροπής για την προστασία της Ευρώπης, το βρετανικό International Institute for Strategic Studies (IISS) σχολίαζε ότι πράγματι θα ήταν απερίσκεπτο, εκ μέρους των Ευρωπαίων, να αγνοήσουν την πιθανότητα ενός σεναρίου όπου ο Πρόεδρος των ΗΠΑ αποφασίζει να αποσύρει αμερικανικά πυρηνικά όπλα από την Ευρώπη ή ακόμα και να κλείσει εντελώς την «ομπρέλα» πυρηνικής προστασίας πάνω από τη Γηραιά Ήπειρο.

Πολύ πρόσφατα, στα μέσα Δεκεμβρίου, σε συνέχεια του γαλλοβρετανικού «συντονισμού», Βρετανοί αξιωματούχοι βρέθηκαν σε γαλλικό έδαφος ως παρατηρητές της Operation POKER. Ήταν η πρώτη φορά που η Γαλλία επέτρεψε σε ξένους αξιωματούχους να έχουν πρόσβαση σε επίδειξη του αεροπορικού σκέλους των πυρηνικών της δυνατοτήτων.

Τις ίδιες ημέρες περίπου, στις 16 Δεκεμβρίου, στο παγκοσμίως γνωστό Foreign Affairs, ο Φίλιπ Χ. Γκόρντον, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας της πρώην αντιπροέδρου των ΗΠΑ Κάμαλα Χάρις, και η πρώην υφυπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Μάρα Κάρλιν, συνυπέγραφαν άρθρο όπου υποστήριζαν ότι οι εταίροι των ΗΠΑ ίσως χρειαστεί να «χτίσουν τις δικές τους πυρηνικές δυνάμεις», υπονοώντας σαφώς ότι δεν μπορεί πια να θεωρείται δεδομένη η πυρηνική προστασία από την Αμερική.

Η γαλλοβρετανική «ομπρέλα»

Για το Βερολίνο, ο γαλλοβρετανικός πυρηνικός συντονισμός έχει δύο προβλήματα. Αφενός, το πυρηνικό οπλοστάσιο των δύο χωρών είναι μικρό. Αφετέρου, η διατύπωση πως οι δύο χώρες θα αντιδράσουν «καταλλήλως» σε οποιαδήποτε «ακραία απειλή» στην Ευρώπη μοιάζει ασαφής και γενικόλογη.

Όπως σχολιάζει ο Schuller, η ασάφεια αυτή είναι σκόπιμη και, σε κάθε περίπτωση, δε μπορεί να υποκαταστήσει το επίπεδο της προστασίας που προσφέρουν, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, οι ΗΠΑ. Οι Αμερικανοί έχουν ένα πολύ σαφές δόγμα και επιχειρησιακό πλάνο, σε περίπτωση που χρειαστεί να προστατέψουν με τα πυρηνικά τους την Ευρώπη. Κάτι που δεν διαθέτουν προς το παρόν το Λονδίνο και το Παρίσι και, ως εκ τούτου, η αξιοπιστία του «συντονισμού» τους είναι μειωμένη.

Ακόμα κι αν η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία αποφάσιζαν να προστατέψουν με τα πυρηνικά τους όπλα τη Γερμανία και άλλους συμμάχους, θα έπρεπε να λάβουν συγκεκριμένες αποφάσεις για την ενίσχυση του πυρηνικού τους οπλοστασίου, με οικονομικό κόστος που θα ήταν μάλλον αδύνατο να αντέξουν.

Συζητώντας με Γερμανούς αξιωματούχους, ο Schuller διαπιστώνει ότι κάποιοι εξ αυτών έχουν ήδη προτάσεις για τον πυρηνικό εξοπλισμό της χώρας. Για παράδειγμα, ο Γιούργκεν Χαρντ, εκπρόσωπος της κοινοβουλευτικής ομάδας των CDU/CSU στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων στο γερμανικό Κοινοβούλιο, υποστηρίζει ότι η Γερμανία θα μπορούσε «να προσφέρει στη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία τη δυνατότητα να συμμετάσχει, μαζί με άλλους, στο κόστος έρευνας και ανάπτυξης, αλλά και στην κατασκευή νέων πυρηνικών υποβρυχίων και οπλικών συστημάτων».

Γαλλική ακροδεξιά

Η ενίσχυση της γαλλικής ακροδεξιάς αποτελεί επίσης πηγή ανησυχίας για το Βερολίνο. Η Μαρίν Λεπέν αρνείται να προσφέρει εγγυήσεις σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, κι έτσι οι Γερμανοί δεν αισθάνονται καθόλου σίγουροι ότι η γαλλοβρετανική πυρηνική «ομπρέλα» θα είναι πράγματι εκεί για να τους προστατέψει, αν και όταν χρειαστεί.

Σε αυτό το σημείο, όπως λέει ο Schuller, κάποιοι επαναφέρουν στο τραπέζι το ενδεχόμενο της «γερμανικής Βόμβας». Ο Έκχαρντ Λύμπκεμαϊερ, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της γερμανικής Καγκελαρίας, περιγράφει αυτό το σενάριο ως έσχατη λύση, σε περίπτωση που «κανένας από τους εταίρους μας δεν είναι διατεθειμένος να αναλάβει μια αξιόπιστη δέσμευση ασφάλειας».

Τότε ένας Γερμανός καγκελάριος θα μπορούσε να πει στον Γάλλο πρόεδρο ή στον Βρετανό πρωθυπουργό: «Θα κάνουμε ό,τι κάνετε κι εσείς για να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας με πυρηνικά όπλα. Έχετε την επιλογή να γίνετε ο πυρηνικός προστάτης της Ευρώπης ή να αποδεχθείτε την εμφάνιση και άλλων πυρηνικών δυνάμεων». Αυτό, όπως λέει, «δύσκολα θα μπορούσε να το αγνοήσει ακόμη και ένας Γάλλος πρόεδρος από το κόμμα της Λεπέν».

Η πρώτη γερμανική πυρηνική κεφαλή

Από συζητήσεις του Schuller με ειδικούς, προκύπτει ότι η Γερμανία διαθέτει υποδομές και τεχνική γνώση ώστε να κατασκευάσει δική της πυρηνική κεφαλή μέσα σε τρία έως πέντε χρόνια. Προκύπτει, επίσης, από αναλυτές εκτός Γερμανίας, ότι μια τέτοια κίνηση, υπό αυτές τις συνθήκες, θα ήταν σχεδόν μονόδρομος, ενώ κάποιοι εκτιμούν ότι θα βοηθούσε και στη δημιουργία μιας «ανεξάρτητης Ευρώπης».

Παρά το γεγονός ότι η Γερμανία έχει δεσμευτεί να παραμείνει μία χώρα χωρίς πυρηνικά όπλα, μεταξύ άλλων μέσω της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση Πυρηνικών Όπλων, οι υπέρμαχοι μια «πυρηνικής» Γερμανίας υποστηρίζουν ότι η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με «θεμελιωδώς» διαφορετικές συνθήκες, δηλαδή χωρίς αμερικανική προστασία και με μια επιθετική Ρωσία στα ανατολικά, κάτι που της επιτρέπει να ανακαλέσει αυτές τις δεσμεύσεις της.

Ταυτόχρονα όμως, σε ένα τέτοιο σενάριο, ανακύπτουν κι άλλοι κίνδυνοι. Κάποιοι εκτιμούν ότι αν η Γερμανία ξεκινούσε να κατασκευάζει τα δικά της πυρηνικά όπλα, ενδεχομένως αυτό θα πυροδοτούσε μια πυρηνική κούρσα εξοπλισμών και σε άλλες χώρες. Επιπλέον, στο διάστημα που θα απαιτείτο για την κατασκευή της πρώτης γερμανικής πυρηνικής κεφαλής, ο Πούτιν ίσως σκεφτόταν να επιφέρει «προληπτικό» πλήγμα σε έδαφος του ΝΑΤΟ, για να προλάβει τα χειρότερα. Τέλος, οι απομονωτιστές του επιτελείου του Τραμπ ίσως έβρισκαν αφορμή ώστε οι ΗΠΑ να αποσύρουν τα στρατεύματά τους από τη Γερμανία.

Τι λένε οι Γερμανοί

Η πυρηνικοποίηση της Γερμανίας δεν φαίνεται, προς το παρόν, να αποτελεί προτεραιότητα για τη χώρα. Πολλοί Γερμανοί συνομιλητές του Schuller εκτιμούν ότι μια τέτοια συζήτηση είναι είτε «ακατάλληλη», είτε «μη επίκαιρη». Αντιθέτως, εκτιμούν ότι είναι σημαντικότερη η ενίσχυση των συμβατικών δυνάμεων της Γερμανίας. Μεταξύ αυτών και ο Γερμανός Καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, που τον περασμένο Οκτώβριο δήλωσε ότι η κυβέρνησή του δεν εξετάζει αυτή τη στιγμή το ενδεχόμενο πυρηνικού εξοπλισμού.

Αυτό, όπως λέει ο Schuller, αντανακλά και το γενικό αίσθημα στη γερμανική κοινωνία. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειονότητα δεν επιθυμεί μια πυρηνικά εξοπλισμένη Γερμανία. Από την άλλη πλευρά, όμως, οι ίδιες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η αβεβαιότητα που προκαλεί ο Τραμπ και η απειλή που συνιστά ο Πούτιν έχουν διαβρώσει αυτή την πλειοψηφία. Το 2020, πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, μόλις το 5% των Γερμανών τάσσονταν υπέρ μιας «γερμανικής βόμβας». Τον Μάρτιο του 2025, το ποσοστό αυτό είχε εξαπλασιαστεί.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάζονται αυτή τη στιγμή

Τα «ανοιχτά μέτωπα» σε οδικές συμβάσεις Παραχώρησης / ΣΔΙΤ

ΕΝΦΙΑ: Ποιοι και πώς «κλειδώνουν» έκπτωση έως 20% στο λογαριασμό του 2026 - Ανοίγει η πλατφόρμα για τη δήλωση των ασφαλισμένων κατοικιών

Ποια ελληνικά νησιά κάνουν την δημογραφική ανατροπή - Δεν γνωρίζουν τι σημαίνει πληθυσμιακή συρρίκνωση

Φόρτωση BOLM...
gazzetta
gazzetta reader insider insider