Η αναδιάρθρωση της Πολιτικής Προστασίας περνά από τη φάση των εξαγγελιών στη φάση της υλοποίησης, με το 2026 να εξελίσσεται σε κομβικό έτος παραδόσεων εξοπλισμού, ενεργοποίησης θεσμικών αλλαγών και ενίσχυσης του επιχειρησιακού μηχανισμού, σε μια περίοδο κατά την οποία το οικονομικό αποτύπωμα των φυσικών καταστροφών στην Ελλάδα καταγράφει αυξητική τάση και σε ορισμένες χρονιές μεταφράζεται σε απώλειες δισεκατομμυρίων ευρώ.
Το πρόγραμμα ΑΙΓΙΣ και το νέο πλαίσιο «Ενεργή Μάχη» συνθέτουν το υπόβαθρο μιας συνολικής αναμόρφωσης που φιλοδοξεί να μετατρέψει τον μηχανισμό αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών σε σύστημα πρόληψης, έγκαιρης προειδοποίησης και ταχείας απόκρισης, με την πρόληψη να αποκτά πλέον και σαφή δημοσιονομική διάσταση ως μέσο περιορισμού μελλοντικών οικονομικών και κοινωνικών επιβαρύνσεων.
- Πλημμύρες: Γιατί συγκεκριμένες περιοχές της Ελλάδας κινδυνεύουν περισσότερο
- Το στοίχημα του 2026 - 2027: Μπορεί η Ελλάδα να προλάβει πυρκαγιές και πλημμύρες;
Παραδόσεις μέσων και επιχειρησιακή κατάσταση το 2026
Την Τρίτη, το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας παρέλαβε πέντε νέα πυροσβεστικά ταχύπλοα σκάφη άμεσης επέμβασης, τα οποία εντάσσονται στον στόλο του Πυροσβεστικού Σώματος στο πλαίσιο του προγράμματος ΑΙΓΙΣ. Τα σκάφη, με μέγιστη ταχύτητα 50 κόμβους, αυτονομία άνω των 250 ναυτικών μιλίων και ισχύ 1.050 ίππων, εξοπλισμένα με θερμικές κάμερες και δυνατότητα διακομιδής τραυματιών, κατανέμονται σε κομβικά λιμάνια της χώρας, ενισχύοντας την ικανότητα παρέμβασης σε θαλάσσια μέτωπα, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και νησιωτικές περιοχές υψηλού κινδύνου.
Με την προσθήκη αυτή, ο στόλος των πλωτών μέσων φθάνει τα 15 επιχειρησιακά σκάφη, ενώ προβλέπεται η ένταξη ακόμη 12 σκαφών πολλαπλών δυνατοτήτων, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό στα 27.
Η εικόνα των παραδόσεων «κουμπώνει» με τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί για το ΑΙΓΙΣ: έχουν ήδη παραδοθεί μέσα αξίας άνω των 55 εκατ. ευρώ, ενώ έως το 2026 αναμένονται επιπλέον παραλαβές που ξεπερνούν τα 255 εκατ. ευρώ. Στα ήδη παραδοθέντα περιλαμβάνονται αναβαθμισμένα ελικόπτερα Super Puma με δεξαμενές πυρόσβεσης και δυνατότητες έρευνας-διάσωσης, τρία νέα αεροσκάφη που προορίζονται να λειτουργούν ως εναέρια κέντρα επιχειρήσεων και επιτήρησης, «δεκάδες» μη επανδρωμένα αεροσκάφη για επιτήρηση σε πραγματικό χρόνο, καθώς και οχήματα και εξοπλισμός ατομικής προστασίας.
Στο σκέλος της επιτήρησης, τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί δείχνουν ότι ο αριθμός των drones επιτήρησης με θερμικές κάμερες διπλασιάζεται από 45 σε 82, με 24ωρη λειτουργία. Στο ίδιο πλαίσιο καταγράφεται και η επιχειρησιακή εικόνα των εναέριων μέσων: 49 μισθωμένα μέσω NSPA μαζί με τον εθνικό στόλο, με συνολική διαθεσιμότητα 80–85 ανά ημέρα.
Ωστόσο, η ενίσχυση δεν αφορά μόνο τον εξοπλισμό. Έως το τέλος του 2026 προβλέπεται η πρόσληψη άνω των 1.000 στελεχών, με στόχο την κάλυψη επιχειρησιακών αναγκών στα κέντρα συντονισμού και στις περιφερειακές δομές του μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας. Και φυσικά, αυτές οι παρεμβάσεις πλαισιώνονται από αναβαθμίσεις στρατηγικών και προγραμμάτων τα οποία ήδη δοκιμάζονται στην πράξη.
Τεχνολογία, 112 και χρόνος απόκρισης
Η αναβάθμιση του συστήματος 112 και η διασύνδεσή του με τα επιχειρησιακά κέντρα ενισχύει τη δυνατότητα έγκαιρης ειδοποίησης και προληπτικής λήψης αποφάσεων. Η αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων, γεωχωρικών δεδομένων και μοντέλων πρόγνωσης επιδιώκει να μειώσει δραστικά τον χρόνο απόκρισης και να επιτρέψει στοχευμένες παρεμβάσεις πριν από την κορύφωση των φαινομένων.
Ο συνδυασμός νέων μέσων, ενισχυμένου ανθρώπινου δυναμικού και ψηφιακής υποδομής φιλοδοξεί να δημιουργήσει ένα συνεκτικό σύστημα διαχείρισης κρίσεων σε ξηρά, θάλασσα και αέρα.
Υπό αυτό το πρίσμα, η διετία 2026-2027 χαρακτηρίζεται από επενδύσεις που υπερβαίνουν το 1 δισ. ευρώ σε υποδομές, εξοπλισμό και ψηφιακά συστήματα Πολιτικής Προστασίας. Με την ολοκλήρωση των παραδόσεων και την πλήρη εφαρμογή των θεσμικών μεταρρυθμίσεων, διαμορφώνεται ένα μοντέλο που στοχεύει στη μείωση απωλειών, στον περιορισμό υλικών ζημιών και στην αύξηση της ανθεκτικότητας απέναντι στα ακραία φαινόμενα που επιφέρει η κλιματική κρίση.
Η οικονομική εξίσωση των φυσικών καταστροφών και της πρόληψης στην Ελλάδα
Τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά στοιχεία δείχνουν ότι το οικονομικό αποτύπωμα των φυσικών καταστροφών στην Ελλάδα παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις αλλά και αυξητική τάση σε βάθος χρόνου. Για το 2023, η Ευρωπαϊκή Περιβαλλοντική Υπηρεσία καταγράφει άμεσες οικονομικές ζημιές από καιρικά και κλιματικά συμβάντα, όπως πυρκαγιές, πλημμύρες και καύσωνες, ύψους 26,8 εκατ. ευρώ, αριθμός που αφορά μόνο καταγεγραμμένες άμεσες ζημιές και όχι το πλήρες κόστος, το οποίο περιλαμβάνει έμμεσες απώλειες, διακοπές δραστηριότητας και κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις.
Σε μεγαλύτερη χρονική κλίμακα, τα στοιχεία δείχνουν ότι η χώρα έχει βιώσει πολύ υψηλότερα οικονομικά πλήγματα σε συγκεκριμένα έτη έντονων φαινομένων, με εκτιμήσεις να ανεβάζουν τις συνολικές απώλειες της περιόδου 2016-2021 σε περίπου 2,03 δισ. ευρώ, ενώ σε επιμέρους μεγάλα γεγονότα, όπως οι μεγάλες πυρκαγιές του 2023, το άμεσο οικονομικό κόστος προσεγγίζει τα 600 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, συγκριτικά στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το 2020 η Ελλάδα κατέγραψε το υψηλότερο επίπεδο κλιματικά σχετιζόμενων οικονομικών απωλειών ανά κάτοικο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περίπου 91 ευρώ ανά κάτοικο, υπερτριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (που ήταν 27 ευρώ), γεγονός που αναδεικνύει την αυξημένη οικονομική έκθεση της χώρας σε ακραία φαινόμενα.
Συνολικά, τα δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι το άμεσο ετήσιο κόστος μπορεί να εμφανίζεται χαμηλό σε ορισμένες χρονιές, αλλά σε περιόδους έντονων καταστροφών μετατρέπεται σε οικονομικό πλήγμα δισεκατομμυρίων, στοιχείο που ενισχύει τη λογική των επενδύσεων στην πρόληψη ως μέσο περιορισμού μελλοντικών δημοσιονομικών και κοινωνικών επιβαρύνσεων.
Τα επίσημα ευρωπαϊκά δεδομένα δείχνουν γιατί η «οικονομία της πρόληψης» μπαίνει πλέον στο ίδιο κάδρο με την επιχειρησιακή ετοιμότητα. Σε μια συγκριτική προσέγγιση, οι συνολικές οικονομικές ζημιές από ακραία καιρικά και κλιματικά φαινόμενα σε ολόκληρη την Ευρώπη για την περίοδο 1980-2024 υπολογίζονται σε περίπου 822 δισ. ευρώ σε τιμές 2024, με τις απώλειες να εμφανίζουν αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια λόγω της εντεινόμενης συχνότητας και έντασης των φαινομένων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ενίσχυση της πρόληψης δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως επιχειρησιακή επιλογή αλλά και ως εργαλείο περιορισμού του δημοσιονομικού και κοινωνικού κόστους των καταστροφών. Η σύνδεση μεταξύ επενδύσεων, πρόληψης και μείωσης ζημιών αποτυπώνεται πλέον και στο θεσμικό επίπεδο.
Το νομοθετικό πλαίσιο «Ενεργή Μάχη» έρχεται να «δέσει» τις προμήθειες και την τεχνολογία με ένα σαφώς πρόληψη-κεντρικό μοντέλο: προδιαγεγραμμένη καύση ως εργαλείο μείωσης καύσιμης ύλης, ειδική επιτροπή εκτίμησης πλημμυρικού κινδύνου, αναβαθμισμένο συντονιστικό σχήμα με επιχειρησιακά κέντρα σε περιφερειακό επίπεδο και υποχρεωτικά τοπικά σχέδια πρόληψης για δήμους και περιφέρειες, με στόχο να ελέγχεται το συμβάν πριν κλιμακωθεί.